ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Διϋπουργική Ομάδα Σχεδιασμού
Αναπτυξιακού Προγράμματος
2000-2006
Δεκέμβριος 1998
ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ 2000 - 2006
Πρόλογος
Διαδικασίες Κατάρτισης του
Σχεδίου Ανάπτυξης 2000-2006
Στο πλαίσιο των Δημοσιονομικών Προοπτικών της
Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη νέα επταετή προγραμματική περίοδο 2000-2006,
αναμένεται ότι θα προκύψει για τη χώρα μας ένα τρίτο διαρθρωτικό πακέτο, για
την αξιοποίηση του οποίου είναι αναγκαία η σύνταξη ενός προγράμματος ανάπτυξης.
Η έγκαιρη προετοιμασία του προγράμματος είναι παράγων ιδιαίτερα σημαντικός για
τη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου παρέμβασης τόσο από τα Διαρθρωτικά
Ταμεία όσο και από το Ταμείο Συνοχής.
Με την από 22/10/1997 Απόφασή του ο Πρωθυπουργός
συνέστησε την “Διυπουργική Ομάδα Σχεδιασμού του Αναπτυξιακού Προγράμματος
2000-2006” (ΔΟΣχ) της οποίας προεδρεύει ο Υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και
συμμετέχουν ο Οικονομικός Σύμβουλος του Πρωθυπουργού, Ο Γενικός Γραμματέας του
Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας αρμόδιος για θέματα Επενδύσεων και Ανάπτυξης,
εκπρόσωποι των Υπουργείων Ανάπτυξης, ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., Γεωργίας, Εργασίας και, κατά
περίπτωση, εκπρόσωποι άλλων Υπουργείων. Εργο της ΔΟΣχ είναι η διαμόρφωση και
πρόταση προς τα αρμόδια κυβερνητικά όργανα συγκεκριμένου πλαισίου με τις
αναπτυξιακές προτεραιότητες του αναπτυξιακού προγράμματος και η εποπτεία και
συντονισμός της διαδικασίας κατάρτισης του Σχεδίου Ανάπτυξης 2000-2006.
Η ΔΟΣχ, στο πλαίσιο του ρόλου και των αρμοδιοτήτων
της, οριστικοποίησε τα επιμέρους στάδια και διαδικασίες για την κατάρτιση του
νέου Σχεδίου Ανάπτυξης. Σύμφωνα με την διαδικασία αυτή προβλέπεται ότι της
σύνταξης του αναλυτικού Σχεδίου θα προηγηθεί ένα συνοπτικό Σχέδιο που θα
περιλαμβάνει κυρίως τις βασικές αναπτυξιακές προτεραιότητες, τους στόχους και
τα μέσα πολιτικής, τα οποία τίθενται υπόψην της Κυβέρνησης προς έγκριση.
Στο πλαίσιο της κατάρτισης του Συνοπτικού Σχεδίου
Ανάπτυξης η ΔΟΣχ εξέδωσε αναλυτική Εγκύκλιο στην οποία αφενός διαγράφεται το
νέο προγραμματικό πλαίσιο και αφετέρου περιλαμβάνονται εκτενή ερωτηματολόγια
απευθυνόμενα στους φορείς ευθύνης των τομεακών και περιφερειακών προγραμμάτων.
Στις απαντήσεις στα εν λόγω ερωτηματολόγια αποτυπώθηκε μια αξιολόγηση των
παρεμβάσεων του τρέχοντος Κ.Π.Σ., εκτιμήσεις για τις νέες προκλήσεις που θα
αντιμετωπίσουμε κατά την επόμενη προγραμματική περίοδο και προτάσεις στόχων και
στρατηγικής.
Με βάση τις απαντήσεις αυτές, ακολούθησε μία
διαδικασία διαβουλεύσεων στο πλαίσιο της οποίας οργανώθηκαν 12 συσκέψεις με
τους αρμόδιους φορείς κατά τομέα της οικονομίας, 7 περιφερειακές συσκέψεις
καλύπτοντας όλες τις γεωγραφικές ενότητες της χώρας και 4 ειδικές θεματικές
συσκέψεις που αφορούσαν στο νησιωτικό χώρο, στον ορεινό χώρο, στο ρόλο των
αστικών κέντρων και στην Κοινωνία της Πληροφορίας.
Τα συμπεράσματα της διαδικασίας αυτής
αποτυπώνονται στο παρόν Συνοπτικό Σχέδιο Ανάπτυξης 2000-2006 το οποίο
περιλαμβάνει:
Ενα πρώτο γενικό μέρος που αφορά στην ευρωπαϊκή
προοπτική, στους διαθέσιμους πόρους, στις συνθήκες και προτεραιότητες που
οριοθετούν το νέο πρόγραμμα και στις θεσμικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για
την αποτελεσματική εφαρμογή του.
Ένα δεύτερο μέρος με τις τομεακές αναπτυξιακές
προτεραιότητες. Κάθε κεφάλαιο διατυπώνει μια συνοπτική εκτίμηση για την παρούσα
κατάσταση και τα αποτελέσματα του Β΄ ΚΠΣ στον τομέα, για τις νέες προκλήσεις
και τους στόχους πολιτικής που αυτές συνεπάγονται και μια συνοπτική πρόταση
στρατηγικής και κύριων δράσεων για την προσέγγιση των στόχων. Περιλαμβάνεται
επίσης μια ιδιαίτερη ενότητα για την Κοινωνία της Πληροφορίας.
Ενα τρίτο μέρος με τις περιφερειακές αναπτυξιακές
προτεραιότητες. Περιλαμβάνει ένα εισαγωγικό κεφάλαιο για τις εξελίξεις και τους
στόχους της περιφερειακής πολιτικής, την προσέγγιση του ορεινού και νησιωτικού
χώρου και των μεγάλων αστικών κέντρων.
ΜΕΡΟΣ
ΠΡΩΤΟ:
Γενικά Στοιχεία
Η Κοινή Πορεία της
Ευρωπαϊκής και της Ελληνικής Οικονομίας
Η πορεία της Ευρωπαϊκής οικονομίας τα επόμενα
χρόνια θα εξαρτηθεί από το βαθμό ενσωμάτωσης των οικονομιών της Ένωσης στο
πλαίσιο της ΟΝΕ, από την ολοκλήρωση και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και
από την ικανότητα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των κυβερνήσεων των
κρατών-μελών της να εφαρμόσουν με επιτυχία τις κοινές πολιτικές για τον
ανταγωνισμό, για το περιβάλλον, για τη γεωργία, για τα διευρωπαϊκά δίκτυα, για
την έρευνα και την τεχνολογία.
Το μακροοικονομικό περιβάλλον, μετά από μία συνεχή
πολυετή προσπάθεια μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και παγίωσης της
νομισματικής σταθερότητας, είναι ιδιαίτερα ευνοϊκό. Η υιοθέτηση από τον
Ιανουάριο του 1999, από 11 χώρες της Ένωσης ενός ενιαίου νομίσματος αποτελεί
όχι μόνο κορυφαίο ιστορικό και πολιτικό γεγονός, αλλά και σαφή απόδειξη του
προχωρημένου βαθμού ενσωμάτωσης των οικονομιών τους και ισχυρή δέσμευση για μία
κοινή πορεία στο μέλλον.
Στην ευρωπαϊκή πορεία για το μέλλον αναμένεται να
βαδίσουν και οι υπόλοιπες χώρες της Ένωσης και μεταξύ αυτών πρώτη η Ελλάδα η
οποία αναμένεται να υιοθετήσει το Ευρώ τον Ιανουάριο του 2001 . Το ίδιο ισχύει
και για τις άλλες ευρωπαικές χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και την
Κύπρο οι οποίες θα προσχωρήσουν σταδιακά στην Ένωση.
Εν τούτοις , δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι στην
Ευρώπη δεν έχουμε μόνο κοινά σημεία, αλλά και διαφορές. Διαφορές οι οποίες
πηγάζουν από διαφορετικά σημεία εκκίνησης των οικονομιών και κοινωνιών μας.
Κατά συνέπεια κλειδί για την επιτυχία μιας κοινής μελλοντικής πορείας είναι οι
στόχοι στους οποίους θα επικεντρωθεί η πολιτική ενοποίησης για τα επόμενα
χρόνια και η αποτελεσματικότητα με την οποία θα επιτευχθούν αυτοί. Στη βάση
αυτή έχει τεράστια σημασία η απάντηση που θα καταφέρει να δώσει η Ένωση σε
κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τους Ευρωπαίους πολίτες καθώς και η χώρα μας σε
σχέση με τα εθνικά ζητήματα και προτεραιότητες.
Σ΄αυτή τη λογική, πρώτον, το θέμα της απασχόλησης
αναδεικνύεται σε κεντρικό ζήτημα των ευρωπαϊκών οικονομιών. Εύλογα προσδοκάται
ότι μετά από μιά προηγούμενη περίοδο σύγκλισης όλων των οικονομιών της Ένωσης
προς τους στόχους της νομισματικής και δημοσιονομικής σταθερότητας, για την
εδραίωση της εμπιστοσύνης στην επιτυχία του ενιαίου νομίσματος, ο στόχος της
ενίσχυσης της απασχόλησης θα πρέπει να αποτελέσει την πρώτη προτεραιότητα της
οικονομικής πολιτικής της Ένωσης.
Δεύτερον, ο στόχος της απασχόλησης πρέπει να
επιτευχθεί σε συνδυασμό με ικανοποιητικές και αυξανόμενες αμοιβές εργασίας και
εισοδήματα. Η Ευρώπη πρέπει να διαφυλάξει τον κοινωνικό χαρακτήρα της και να
αμυνθεί απέναντι στον κίνδυνο του φαινομένου των εργαζομένων - φτωχών.
Τρίτον, για να επιτευχθούν τα παραπάνω, η ενίσχυση
της παραγωγικότητας κατά κύριο λόγο και της ανταγωνιστικότητας γίνεται ακόμη
πιο επιτακτική. Τυχόν σοβαρές καθυστερήσεις στα πεδία αυτά, θα μπορούσαν να
αναδείξουν σε μοναδικά εργαλεία προσαρμογής την αύξηση της ανεργίας ή τη μείωση
των πραγματικών μισθών, με ευνόητες επιπτώσεις για οποιαδήποτε προοπτική σύγκλισης.
Μόνο ένα παραγωγικό σύστημα και μορφές οργάνωσης της παραγωγής και της εργασίας
που θα έχουν την ικανότητα να λειτουργούν ανταγωνιστικά μπορούν να αποτρέψουν
την προοπτική της κοινωνικής και οικονομικής απόκλισης και να συμβάλουν
αποτελεσματικά στην ανάπτυξη των ευρωπαικών οικονομιών.
Τέταρτον, το θέμα της κοινωνικής και οκονομικής
συνοχής έχει καταλυτικό ρόλο. Οι προσπάθειες και τα βάρη της σύγκλισης σε
πολλές περιπτώσεις υπήρξαν ασύμμετρα στο βαθμό που οι εθνικές οικονομίες
ξεκινούσαν τη προεία προς τη σύγκλιση από διαφορετικά σημεία εκκίνησης.
Γι΄αυτούς , βεβαίως , τους λόγους δόθηκε από την Ένωση μια σημαντική υποστήριξη
στις χώρες και στις περιοχές που αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα
οικονομικής ανάπτυξης. Αυτή η υποστήριξη θα πρέπει να συνεχιστεί και την
επομένη περίοδο. Η κοινή πορεία προς το μέλλον και η αυξανόμενη ενσωμάτωση των
ευρωπαικών οικονομιών πρέπει να διασφαλίζει μια δίκαιη κατανομή των
αποτελεσμάτων σε όλους τους πολίτες και σε όλες τις περιοχές και τα κράτη-μέλη
της Ένωσης.
Η μελλοντική πορεία της Ελληνικής οικονομίας
εξαρτάται από την ικανότητα επιτυχούς ενσωμάτωσής της στην οικονομική ένωση.
Πιο συγκεκριμένα εξαρτάται από την ικανότητα της χώρας να πορεύεται ως μέλος
της ΟΝΕ χωρίς να κινδυνεύει να διευρύνει τις διαφορές της με τις άλλες χώρες.
Μ΄αυτά τα δεδομένα, το αναπτυξιακό πρόγραμμα της
χώρας για την περίοδο 2000-2006 δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο στον
προγραμματισμό έργων και δράσεων και στην αντίστοιχη χρηματοδότησή τους, αλλά
οφείλει επιπλέον να προβλέπει και να δρομολογεί μια σειρά μεταρρυθμίσεων που
αφορούν σε όλους τους θεσμούς της οικονομίας, στη λειτουργία των αγορών αγαθών
και υπηρεσιών, των αγορών χρήματος και κεφαλαίων , στην αγορά εργασίας και στο
σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, στη μακροχρόνια ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού
στην ενεργότερη συμμετοχή των γυναικών στην αναπτυξιακή διαδικασία και τέλος
και το σημαντικότερο απ΄όλα στη συνεχή βελτίωση της ποιότητας της ζωής των
πολιτών.
Όπως και στις προηγούμενες προγραμματικές
περιόδους, ένα σημαντικό μέρος των διαθέσιμων πόρων θα προέλθει από τα
Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προβλεπόμενη
διατήρηση της επιλεξιμότητας όλων των Ελληνικών Περιφερειών προς διαρθρωτική
στήριξη στο πλαίσιο του Στόχου 1 και κατά τη νέα περίοδο 2000-2006, αναμένεται
ότι θα εξασφαλίσει τη συνέχιση της Κοινοτικής ενίσχυσης σε σχετικά υψηλά
επίπεδα.
Κατά το 1997, η εισροή πόρων από τα Διαρθρωτικά
Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής ανήλθε σε επίπεδο που προσεγγίζει το 3% του Α.Ε.Π.
Κατά το 1998 και το 1999 αυτή η εισροή προβλέπεται να αυξηθεί, τόσο σε απόλυτα
μεγέθη όσο και ως ποσοστό του Α.Ε.Π., και να υπερβεί το 3% του Α.Ε.Π.
Οσον αφορά την περίοδο 2000-2006, η διαπραγμάτευση
των δημοσιονομικών προοπτικών της Ε.Ε. θα ολοκληρωθεί εντός του 1999 με
συνέπεια, να μην είναι δυνατόν να γίνουν αυτή τη στιγμή ακριβείς προβλέψεις.
Εντούτοις υπάρχουν αρκετά στοιχεία τα οποία επιτρέπουν ορισμένες υποθέσεις
εργασίας στις οποίες θα πρέπει να στηριχθεί προς το παρόν η κατάρτιση του
Σχεδίου Περιφερειακής Ανάπτυξης.
Ως θεμελιώδης παραδοχή θα ληφθούν οι προτάσεις της
Ευρ. Επιτροπής για το νέο Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ που περιλαμβάνονται στο
πρόγραμμα δράσης AGENDA 2000.
Η πρώτη υπόθεση εργασίας είναι ότι η
Ελλάδα, ως χώρα με τις μεγαλύτερες ανάγκες από τις άλλες 15, αλλά και με την
μεγαλύτερη προσπάθεια σύγκλισης κατά την τρέχουσα περίοδο, θα πρέπει να
επωφεληθεί της μεγαλύτερης δυνατής ενίσχυσης.
Η δεύτερη υπόθεση εργασίας είναι ότι -παρά
την ύπαρξη προηγούμενου, για σημαντικότατες αυξήσεις των Κοινοτικών πόρων που
στηρίζουν τις πολιτικές της συνοχής στις μειονεκτικότερες περιφέρειες της ΕΕ-
οι σημερινές μακροοικονομικές συνθήκες που απαιτούν αυστηρότερη δημοσιονομική
πειθαρχία στην ΕΕ λόγω ΟΝΕ, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος της διεύρυνσης, δεν
φαίνεται ότι θα επιτρέψουν αυξήσεις ανάλογες προς το παρελθόν σε σχέση με τα
κονδύλια που προορίζονται για τα Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής.
Με τα δεδομένα αυτά, κύρια μέριμνα της Ευρ.
Επιτροπής στην AGENDA 2000 υπήρξε
η εξασφάλιση της ομαλής συνέχειας στο σημερινό επίπεδο Κοινοτικής στήριξης που
παρέχεται στις πολιτικές της συνοχής. Δεδομένου ότι η διαπραγμάτευση για τις
νέες δημοσιονομικές προοπτικές της ΕΕ βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι προφανές ότι
δεν μπορούν να αποκλεισθούν αποκλίσεις από τις ανωτέρω υποθέσεις εργασίας,
λαμβανομένης υπ’όψη και της τάσης για περαιτέρω εξοικονόμηση πόρων που
καταγράφεται μεταξύ των καθαρά συνεισφερουσών χωρών μελών.
Το συμπέρασμα από αυτές τις δύο υποθέσεις εργασίας
είναι ότι οι εισροές Κοινοτικών πόρων για την περίοδο 2000-2006 θα διατηρηθούν
μεν στα σχετικά υψηλά επίπεδα της τρέχουσας περιόδου 1993-1999, αλλά θα
παραμείνουν σταθερές κατά τη διάρκεια της περιόδου, υπερβαίνοντας το επίπεδο
του 3% του ΑΕΠ αλλά εντός του ανωτάτου ορίου του 4% του ΑΕΠ που η Ευρ. Επιτροπή
προτείνει στην AGENDA 2000 ως
οροφή.
Από τις ανωτέρω υποθέσεις προκύπτει η εκτίμηση ότι
η κοινοτική δημόσια δαπάνη θα μπορούσε να προγραμματισθεί σε συσχετισμό με το
ΑΕΠ και, ανάλογα και με την οικονομική συγκυρία και την ικανότητα απορρόφησης,
να κυμανθεί μεταξύ του 3% και του 4% του ΑΕΠ της χώρας.
Κατά την τρέχουσα προγραμματική περίοδο, μέχρι και
το έτος 1997, η εθνική δημόσια δαπάνη για επενδύσεις -παρά το γεγονός ότι
αυξανόταν με γρήγορους ρυθμούς- δεν υπερέβαινε το ύψος του ελλείμματος της
γενικής κυβέρνησης. Το 1998 αναμένεται για πρώτη φορά να σημειωθεί αυτή η
υπέρβαση. Το έλλειμμα θα είναι κατώτερο του 3% του Α.Ε.Π. ενώ η εθνική δημόσια
επενδυτική δαπάνη θα υπερβαίνει το ποσοστό αυτό.
Κατά την περίοδο 2000-2006, η εθνική δημόσια
δαπάνη για επενδύσεις θα πρέπει να προγραμματιστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να
υπερβαίνει πάντοτε το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης. Κατ’ αυτό το τρόπο
τηρείται μια υγιής και συνεπής προς το στόχο της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης
δημοσιονομική πολιτική.
Κατά συνέπεια εφόσον το έλλειμμα της γενικής
κυβέρνησης λόγω της συμμετοχής στο Ευρώ και των υποχρεώσεων του συμφώνου
σταθερότητας θα είναι σταθερά κάτω του 3%, η εθνική δημόσια επενδυτική δαπάνη
θα μπορούσε να προγραμματιστεί κατά μέσο όρο στην επταετή προγραμματική περίοδο
μεταξύ του 2% και του 3% του Α.Ε.Π. δηλαδή περίπου στα σημερινά επίπεδα. Ως
αποτέλεσμα αυτών των παραδοχών εργασίας, η συνολική δημόσια επενδυτική δαπάνη
(εθνική και κοινοτική) αναμένεται ότι θα προσεγγίζει το 6% του ΑΕΠ.
Κατά την τρέχουσα προγραμματική περίοδο έγινε
ιδιαίτερη προσπάθεια για την προσέλκυση και τη διάθεση πόρων του ιδιωτικού
τομέα στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Αυτή η προσπάθεια απέδωσε σημαντικούς καρπούς,
παρά το γεγονός ότι εξελισσόταν σε σχετικά αντίξοες συνθήκες. Μεταξύ αυτών, οι
σημαντικότερες ήταν τα ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια, οι υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού
και η αβεβαιότητα ως προς την ισοτιμία του νομίσματος. Σ’ αυτές όμως θα πρέπει
να προστεθούν το γεγονός ότι δεν υπήρχε ένα θεσμικό πλαίσιο προσανατολισμένο
στο νέο αυτό τύπο επενδυτικών σχεδίων καθώς και η έλλειψη εμπειρίας της
διοίκησης για δράσεις που εμφανίζονται πρώτη φορά ως αντικείμενο δράσης της.
Εντούτοις, τόσο στα μεγάλα έργα υποδομής
(Αεροδρόμιο Σπάτων, Αττική οδός, Ρίο-Αντίρριο,…) όσο και στις ιδιωτικές
επενδύσεις εκσυγχρονισμού, η προσέλκυση πόρων υπήρξε σημαντική. Επιπλέον, μέσω
των ενεργητικών πολιτικών απασχόλησης άρχισαν να επενδύονται και πόροι του
ιδιωτικού τομέα στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού.
Κατά συνέπεια, με βάση την εμπειρία που αποκτήθηκε
στην παρούσα περίοδο, τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν και
εκείνες που θα ακολουθήσουν, καθώς και την αναμενόμενη βελτίωση των
μακροοικονομικών μεγεθών με την συμμετοχή στο Ευρώ, η προσέλκυση πόρων του
ιδιωτικού τομέα, κατά τη νέα περίοδο, προβλέπεται να είναι σημαντικά αυξημένη
και να κυμαίνεται περίπου στο 1% του ΑΕΠ.
Το Νέο Προγραμματικό
Πλαίσιο 2000-2006
Α. Θετικές εξελίξεις σε σχέση με την έναρξη του
Β΄ ΚΠΣ
Ο σχεδιασμός του Γ’ Σχεδίου Περιφερειακής
Ανάπτυξης (Σ.Π.Α.) της Ελλάδας για την περίοδο 2000-2006 εξελίσσεται σε ένα
πολιτικό-οικονομικό περιβάλλον σημαντικά διαφοροποιημένο σε σχέση με την
περίοδο σχεδιασμού του Β’ Κ.Π.Σ. (τέλη 1993 - αρχές 1994).
Το μακροοικονομικό περιβάλλον παρουσιάζει θεαματική βελτίωση και διαγράφει μιά ορατή
προοπτική ένταξης της χώρας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση από το 2001,
δεύτερο έτος της νέας προγραμματικής περιόδου. Η μείωση του πληθωρισμού και του
ελλείμματος του δημοσίου τομέα κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες στο χαμηλότερο
επίπεδο της τελευταίας 25ετίας, η σταθεροποίηση του δημοσίου χρέους, η
συνακόλουθη μείωση του κόστους του χρήματος, η ένταξη της δραχμής στο Μηχανισμό
Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ), είναι τα κύρια χαρακτηριστικά εξυγίανσης των
οικονομικών δεικτών.
Η τετραετής ήδη εφαρμογή του Β’ Κ.Π.Σ. έχει θέσει τη βάση για ένα ριζικό εκσυγχρονισμό στις
υποδομές, στο παραγωγικό περιβάλλον και στις δεξιότητες του ανθρώπινου
δυναμικού της χώρας. Σε πολλές περιπτώσεις υιοθετήθηκε διαφορετικός
αναπτυξιακός προσανατολισμός σε σχέση με το παρελθόν, με μεγάλο βαθμό
καινοτομίας ως προς τα μέσα και τους στόχους. Οι αυξημένες διοικητικές ανάγκες
και οι νέοι θεσμοί που απαίτησε η εφαρμογή του Β΄ Κ.Π.Σ. οδήγησαν σε
εκτεταμένες οργανωτικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις με κύρια έμφαση στους
τομείς των δημοσίων έργων, των βιομηχανικών υποδομών και ενισχύσεων και της
κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού.
Η κοινή γνώμη, οι κοινωνικοί εταίροι,
οι φορείς του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αποβάλλουν σταδιακά παρωχημένες νοοτροπίες
προστατευτισμού, συντεχνιασμού και εσωστρέφειας, αντιλαμβάνονται σε ολοένα και
μεγαλύτερο βαθμό τους νέους όρους που επιβάλει η τεχνολογική εξέλιξη και η
διεθνοποίηση των οικονομιών, και θέτουν νέους όρους αξιολόγησης της
κυβερνητικής πολιτικής. Η πρόοδος της διαρθρωτικής εξυγίανσης των Δημοσίων
Επιχειρήσεων και Οργανισμών, το άνοιγμά τους στην αγορά και τις δυνάμεις του
ανταγωνισμού αφαιρεί ένα κρίσιμο ανασταλτικό παράγοντα για την
ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονονομίας.
Η παρουσία των ελληνικών επιχειρήσεων και
προϊόντων στις βαλκανικές και παρευξείνιες οικονομίες ακολουθεί
μια επιταχυνόμενη πορεία, έχοντας ήδη φθάσει σε σημαντικά επίπεδα και δημιουργεί
τις προϋποθέσεις επενδύσεων για μια διευρυμένη και συνεχώς ανερχόμενη
καταναλωτική αγορά. Ενισχύει έτσι τις δυνατότητες μιας συνολικότερης πολιτικής
συνεργασίας για την ειρήνη και την ανάπτυξη της περιοχής. Τα ενεργειακά δίκτυα,
οι τηλεπικοινωνίες και οι υποδομές μεταφορών αποτελούν επίσης τομείς με
σημαντική πρόοδο διασυνοριακής συνεργασίας.
Οι πιο πάνω εξελίξεις οδήγησαν τα τελευταία χρόνια
σε σημαντική αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, σε μεγένθυση του κύκλου
εργασιών τους, των χρηματιστηριακών αξιών και δημιουργούν τις προυποθέσεις για
τη συνακόλουθη επιτάχυνση των ιδιωτικών επιχειρηματικών επενδύσεων και κυρίως
για την εξυγείανση του τρόπου χρηματοδότησής τους μέσω ιδίων κεφαλαίων.
Β. Προβλήματα και νέες προκλήσεις
Γενικότερα, το Γ’ ΚΠΣ πρέπει να σχεδιαστεί με
ορίζοντα τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας του 2010. Ο
σχεδιασμός του πρέπει κατά συνέπεια να λάβει υπόψη τα κρίσιμα νέα ζητήματα και
τις νέες προκλήσεις που θα έχουν διαμορφωθεί, την ανάγκη ολοκλήρωσης των στόχων
που προωθήθηκαν απο το Β’ ΚΠΣ και τις αναγκαίες ισορροπίες στις οικονομικές και
κοινωνικές επιλογές, έτσι ώστε να υπάρχει όσο γίνεται μεγαλύτερη αντιστοιχία
μεταξύ σχεδιαζόμενων δράσεων και προτεραιοτήτων της νέας προγραμματικής
περιόδου.
Στα πλαίσια αυτά το Γ’ ΚΠΣ αποδίδει ιδιαίτερη
έμφαση στη βελτίωση του ανθρώπινου δυναμικού μέσα απο την Παιδεία.Στόχος είναι
τόσο η διεύρυνση όσο και η εμβάθυνση: διεύρυνση με τη διασφάλιση ίσων ευκαιριών
πρόσβασης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και εμβάθυνση με τη βελτίωση της
ποιότητας της εκπαίδευσης.Η καθολικότητα των ευκαιριών πρόσβασης απαιτεί
υποδομή αλλά και κοινωνική οργάνωση ικανή να υπερβεί γεωγραφικά, κοινωνικά,
φυλετικά και οικονομικά εμπόδια που αποκλείουν ή δυσχεραίνουν συγκεκριμένες
ομάδες πληθυσμού απο το να απολαύσουν τα αγαθά της Παιδείας. Η ποιότητα απαιτεί
διαδικασίες συνεχούς κατάρτισης και αξιολόγησης των εκπαιδευτικών,
εκσυγχρονισμό των εκπαιδευτικών προγραμμάτων και φυσικά την αναγκαία
υλικοτεχνική υποδομή για όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Σε όλα αυτά τα μέτωπα
το Γ’ ΚΠΣ σχεδιάζεται να έχει καταλυτικά αποτελέσματα.
Σε αρκετούς τομείς οι στόχοι που έθεσε το Β΄
Κ.Π.Σ. υπερέβησαν κατά πολύ τους οικονομικούς πόρους, το χρονικό ορίζοντα και
τα διοικητικά μέσα που ήταν διαθέσιμα. Ως αποτέλεσμα διαπιστώνονται σημαντικές
υστερήσεις αποτελεσμάτων, η κάλυψη των οποίων θα απαιτήσει μεγάλη προσπάθεια
στη νέα προγραμματική περίοδο. Ο τομέας των υποδομών στις μεταφορές είναι ένα
τέτοιο παράδειγμα. Σε άλλες περιπτώσεις τα αποτελέσματα του Β΄ Κ.Π.Σ. θέτουν νέες
προκλήσεις αξιοποίησής τους με στόχο τη μεγιστοποίηση των θετικών επιπτώσεων,
την ενσωμάτωσή τους στην αναπτυξιακή διαδικασία, την απόδοσή τους υπέρ της
ποιότητας ζωής των πολιτών.
Βλέποντας προς το μέλλον, η χώρα αναμένεται οτι θα
αντιμετωπίζει στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα μια σειρά από νέες προκλήσεις,
που πρέπει να ληφθούν υπόψη:
Η συμμετοχή στην Οικονομική και Νομισματική Ενωση
ανάγει την ενίσχυση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας σε πρωταρχικούς
παράγοντες της οικονομικής και κοινωνικής της ανάπτυξης. Αν δεν επιτευχθεί
ουσιαστική και διατηρήσιμη πρόοδος στο πεδίο αυτό, οι επιπτώσεις σε όρους
οικονομικής ανάπτυξης, κοινωνικών ανισορροπιών και περιφερειακής ανάπτυξης θα
είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Επιβάλλεται, συνεπώς, ο σχεδιασμός δράσεων που θα
θέτουν έμφαση στα στοιχεία εκείνα που προωθούν την παραγωγικότητα και τελικά
την πραγματική σύγκλιση σε επίπεδο χώρας και περιφερειών.
Η πορεία προς την Κοινωνία της Πληροφορίας
αναδεικνύει τις νέες τεχνολογίες και την πληροφορική σε στρατηγικό εργαλείο του
ανταγωνισμού στις παγκοσμιοποιημένες αγορές, θέτοντας πιεστικά το πρόβλημα της
ανάπτυξης μηχανισμών δημιουργίας, απορρρόφησης και αξιοποίησής τους. Η χρήση
της τηλεματικής και των δικτύων στο εμπόριο, στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες,
στην εκπαίδευση και στην υγεία, αλλά και τα εμπόδια που παρουσιάζονται λόγω
αναπτυσσόμενων προδιαγραφών ποιότητας, ασφάλειας και προστασίας του
περιβάλλοντος, μπορούν να προκαλέσουν σημαντική ανακατανομή ρόλων μεταξύ των
επιμέρους εθνικών οικονομιών και διαμόρφωσης νέων περιοχών ανάπτυξης,
επισείοντας σοβαρούς κινδύνους σε όσους αντιμετωπίσουν δυσκολίες προσαρμογής.
Για τους λόγους αυτούς μία στρατηγική εστιασμένη
γύρω από τις νέες τεχνολογίες και την πληροφορική, όχι μόνο μεταφέροντας
τεχνογνωσία από το εξωτερικό αλλά συμμετέχοντας ενεργά στην παραγωγή της,
αποτελεί σημαντικό εργαλείο ανάπτυξης, με στόχο όχι μόνο την κάλυψη της
απόστασης από τις αναπτυγμένες χώρες, αλλά και την απόκτηση πλεονεκτικής θέσης
στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.
3. Η Ελλάδα θα έχει να αντιμετωπίσει το άνοιγμα
του ανταγωνισμού στον αγροτικό τομέα, ενώ παράλληλα θα εντείνονται οι πιέσεις
στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες, ιδιαίτερα σε αυτές που συνδέονται με
χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και νέες τεχνολογίες (επικοινωνίες, δορυφόροι,
πληροφορική κα).
Η έως σήμερα διάθεση σημαντικότατων πόρων στο
πρωτογενή τομέα για εισοδηματική στήριξη, παραγωγικό εκσυγχρονισμό και βασική
υποδομή δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Διατηρείται η ισχυρότατη εξάρτηση
ενός μεγάλου αριθμού γεωργικών εκμεταλλεύσεων από κρατικές και Κοινοτικές
ενισχύσεις, διαπιστώθηκε απώλεια αγορών για αρκετές κατηγορίες γεωργικών
προϊόντων, παραμένει πολύ χαμηλή η συνεισφορά του πρωτογενή τομέα στην αύξηση
της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, ενώ δεν έχει ανακοπεί η βαθμιαία
γήρανση του ενεργού πληθυσμού του τομέα και η πληθυσμιακή αποψίλωση των ορεινών
και απομακρυσμένων περιοχών.
Μεγάλα περιθώρια βελτίωσης διαπιστώνονται ακόμα
στην κλαδική διαφοροποίηση της μεταποιητικής βάσης της χώρας. Ο αναμφισβήτητος
τεχνολογικός εκσυγχρονισμός παραδοσιακών κλάδων της, αλλά και η λήψη ευρείας
έκτασης οριζόντιων μέτρων για την παροχή σύγχρονων και εξειδικευμένων υπηρεσιών
και λειτουργικών υποδομών αποτελούν μια από τις πλέον χαρακτηριστικές τομές και
καινοτομίες του Β΄ Κ.Π.Σ. Όμως μέχρι σήμερα τουλάχιστον, δεν καταγράφεται σε
ικανοποιητικό βαθμό ο εμπλουτισμός της ελληνικής μεταποίησης με νέους δυναμικά
ανερχόμενους κλάδους προωθημένης τεχνολογίας, η παραγωγική ενσωμάτωση των
αποτελεσμάτων έρευνας και ανάπτυξης των ερευνητικών κέντρων της χώρας, η
ανασύνθεση των εξαγωγών με νέα προιόντα υψηλού τεχνολογικού περιεχομένου.
Η
απορρόφηση των πιέσεων αυτών πρέπει να γίνει απο το παραγωγικό σύστημα, εθνικό
και περιφερειακό. Αυτό, συνεπώς, θέτει έντονα το θέμα της αυστηρής ιεράρχισης
των επιλογών και της αξιοποίησης των πόρων με τρόπους που θα δημιουργούν θέσεις
εργασίας, εισοδήματα και παραγωγικές διαδικασίες, όχι μόνο στο χρόνο υλοποίησής
τους αλλά και σε υστερότερη περίοδο.
Οι προαναφερθέντες νέοι όροι ανταγωνισμού
καθιστούν ακόμα πιο σύνθετη την πολιτική βελτίωσης των έως σήμερα αποτελεσμάτων
στον τομέα της ανεργίας και της στήριξης αδύναμων κοινωνικών ομάδων, οι οποίες
μάλιστα πολλαπλασιάζονται με την δραματική αύξηση των φαινομένων της
μετανάστευσης οικονομικών προσφύγων. Κατεπείγοντα χαρακτήρα αποκτά η προσαρμογή
της τεχνογνωσίας και των επαγγελματικών δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού,
της ευελιξίας των αγορών εργασίας, της παραγωγικότητας στο δημόσιο και ιδιωτικό
τομέα. Ιδιαίτερα μακρύς και δύσκολος δρόμος διαρθρωτικών προσαρμογών πρέπει να
διανυθεί από τη δημόσια διοίκηση, τις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς.
Τα προβλήματα του περιβάλλοντος και της
υπερβολικής πίεσης πάνω στους φυσικούς πόρους (π.χ. υδάτινοι πόροι) αναμένεται
να αποκτούν όλο και πιο έντονο χαρακτήρα στη διάρκεια υλοποίησης του Γ’ ΚΠΣ.
Κατά συνέπεια, ο σχεδιασμός των δράσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την
εντεινόμενη περιοριστική επίδραση των παραγόντων αυτών, την ανάγκη παραγωγικών
αναδιαρθρώσεων καθώς και την ανάγκη εξισορρόπησης αρνητικών λειτουργιών που δημιουργήθηκαν
στο παρελθόν. Η ίδια η διαδικασία της ανάπτυξης θα ανάγει την ποιότητα ζωής,
μέσα στην οποία εντάσσεται και η προστασία των φυσικών πόρων, σε καθημερινή
αξία των πολιτών και υποτίμησή της στο σχεδιασμό της ανάπτυξης δημιουργεί
κινδύνους σοβαρών μελλοντικών προβλημάτων.
Επενδύσεις και δράσεις στο τομέα του πολιτισμού
αποκτούν μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Η αύξηση του εισοδηματικού και
μορφωτικού επιπέδου των λαών της Ευρώπης , η αλματώδης αύξηση της κινητικότητας
ατόμων και επιχειρήσεων δημιουργεί μια νέα ζήτηση και ταυτόχρονα ένα νέο ισχυρό
ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την Ελλάδα. Η εσωστρέφεια, και η αδυναμία
επικέντρωσης πόρων έχει έως σήμερα μειώσει σημαντικά τη δυνατότητα αξιοποίησης
αυτού του συγκριτικού πλεονεκτήματος. Στη νέα προγραμματική περίοδο η ανάδειξη
της μοναδικής πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και τις σύγχρονης πολιτιστικής
δημιουργίας της Ελλάδας πρέπει να αποτελέσει αιχμή προσέλκυσης όχι μόνο
τουριστών αλλά και επιχειρηματικών κεφαλαίων και στελεχών. Μπορεί να αποτελέσει
την ελληνική ταυτότητα συμμετοχής στο ευρωπαικό γίγνεσθαι. Η οργάνωση των
Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 αποτελεί μια άριστη ευκαιρία εξυπηρέτησης αυτού του
στόχου.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και η εφαρμογή του
Συμφώνου Σταθερότητας ανάγουν σε μείζον θέμα την εξοικονόμηση δημόσιας δαπάνης
για έργα και δράσεις, που μπορούν να αναληφθούν απο ιδιωτικούς φορείς, με
παράλληλη διασφάλιση των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου. Διαφορετικά, το
Κράτος θα ασφυκτιά συνεχώς για την εξεύρεση των αναγκαίων εσόδων, σε μιά περίοδο
που και η αντιμετώπιση αυξημένων κοινωνικών αναγκών θα είναι στο προσκήνιο. Ο
σχεδιασμός των έργων/δράσεων πρέπει να λάβει πολύ πιο σοβαρά υπόψη τον
παράγοντα αυτό απότι στο Β’ ΚΠΣ. Μια τέτοια κατεύθυνση, εξάλλου, θα
δημιουργήσει και βαθμούς ελευθερίας και μεγαλύτερης άνεσης απέναντι στην
αυστηροποίηση των κοινοτικών διαδικασιών υλοποίησης του Γ’ ΚΠΣ.
Η ίδια η διαδικασία υλοποίησης του Γ’ ΚΠΣ πρέπει
να εμπεριέχει το στοιχείο της αποτελεσματικότερης χρήσης των πόρων. Η παράλληλη
έναρξη μεγάλου αριθμού έργων, που εκτελούνται επί μακρόν και απαιτούν
μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα υλοποίησης, απότι αν εκτελούνταν διαδοχικά με
ταχύτερους ρυθμούς ώστε οι πόροι που δεσμεύουν να οδηγούν πιο γρήγορα σε
παραγωγικό αποτέλεσμα, αποτελεί μια οικονομικά και κοινωνικά λιγότερο
αποτελεσματική διαχείριση. Η ευαισθησία στο κοινωνικό κόστος/όφελος είναι
αναγκαία εν όψει όλων των περιοριστικών παραγόντων και της αναπτυξιακής και
κοινωνικής πρόκλησης που αντιμετωπίζει η χώρα στην επόμενη δεκαετία.
Παρότι τα αποτελέσματα της εισαγωγής νέων θεσμών
στο Β’ ΚΠΣ, όπως η εκ βάθρων αναμόρφωση του συστήματος παραγωγής δημοσίων
έργων, η σύσταση ανεξαρτήτων διαχειριστικών φορέων με μορφή Α.Ε. για τη
διοίκηση μεγάλων έργων, η δημιουργία της Μονάδας Οργάνωσης της Διαχείρισης του
Κ.Π.Σ., το Εθνικό Κέντρο Πιστοποίησης για τη διασφάλιση της ποιότητας στην
επαγγελματική κατάρτιση, η ευρύτατη χρήση συμβουλευτικών υπηρεσιών του
ιδιωτικού τομέα με τη μορφή Τεχνικών Συμβούλων, Χρηματοπιστωτικών Συμβούλων,
Συμβούλων Διαχείρισης Προγραμμάτων, Συμβούλων Αξιολόγησης, η δημιουργία
Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Διοίκησης του Κ.Π.Σ., κρίνονται
καθοριστικά για την πληρέστερη και αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων του
Β΄Κ.Π.Σ. και σε μεγάλο βαθμό θα αξιοποιηθούν και κατά την επόμενη προγραμματική
περίοδο, αφορούν μόνο μερικές πτυχές του προβλήματος και δεν αντιμετωπίζουν τις
δομικές ανεπάρκειες που χαρακτηρίζουν μεγάλο αριθμό δημοσίων υπηρεσιών με
καθοριστική επίπτωση στην εφαρμογή των Προγραμμάτων. Ενέργειες για την
αντιμετώπιση ορισμένων απο τις διοικητικές ανεπάρκειες και δυσλειτουργίες θα
πρέπει να έχουν αντιμετωπιστεί επιτυχώς εντός του 1999 με τη λήψη των αναγκαίων
μέτρων και τη διάθεση αντίστοιχων πόρων. Η εξοικονόμηση δημοσίων πόρων από τον
περιορισμό της σπατάλης, των ατασθαλιών, των καθυστερήσεων, της βελτίωσης της
αναπτυξιακής απόδοσης, αλλά και της γενικότερης αναβάθμισης του κύρους της
Δημόσιας Διοίκησης θα είναι πολλαπλάσια της δαπάνης των αναγκαίων αλλαγών. Το
θέμα αυτό αναπτύσσεται ως αυτοτελής ενότητα στα επόμενα.
Η εμπειρία από τις προηγούμενες περιόδους
προγραμματισμού έδειξε ότι τόσο η επάρκεια πόρων όσο και ο λεπτομερής
προγραμματισμός δεν διασφαλίζουν την ομαλή αναπτυξιακή διαδικασία,αν δεν
συνοδεύονται από τους αναγκαίους μηχανισμούς υλοποίησης των προγραμματισμένων
έργων και δράσεων.
Στους μηχανισμούς υλοποίησης σημαντικό ρόλο παίζει
η δημόσια διοίκηση. Εντούτοις σε μία σύγχρονη οικονομία εξίσου σημαντικό ρόλο
παίζει και ο ιδιωτικός τομέας και οι οργανωμένοι φορείς του.
Τόσο η δημόσια διοίκηση με την ευρεία έννοια, που
περιλαμβάνει και την αυτοδιοίκηση και τις δημόσιες επιχειρήσεις, όσο και οι
ιδιώτες αλλά και οι φορείς του ιδιωτικού τομέα, εμπλέκονται στην υλοποίηση του
αναπτυξιακού προγράμματος.
Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας συμμετέχουν σ΄ όλους
τους μηχανισμούς και τους θεσμούς της οικονομίας, όπως είναι η αγορά αγαθών και
υπηρεσιών, το τραπεζικό σύστημα και η κεφαλαιαγορά, οι μηχανισμοί της
δημοσιονομικής διαχείρισης (φορολογικό σύστημα-δημόσιες δαπάνες, μηχανισμοί
ελέγχων), το σύστημα των δημοσίων συμβάσεων, το σύστημα αδειοδότησης και
παραγωγής δημοσίων έργων (και ιδιαίτερα οι ποιοτικές προδιαγραφές τους και η
παρακολούθηση της εκτέλεσής τους), οι μηχανισμοί και τα κριτήρια χορήγησης
κρατικών επιδοτήσεων και άλλων κινήτρων για τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα
και τέλος και ίσως το σημαντικότερο, η λειτουργία της αγοράς εργασίας και οι
μηχανισμοί άσκησης των πολιτικών απασχόλησης και επενδύσεων σε ανθρώπινους
πόρους.
Οι προηγούμενες περίοδοι προγραμματισμού (1988-93
και 1994-99) ανέδειξαν τη σημασία της ομαλής λειτουργίας του θεσμικού και του
διοικητικού πλαισίου για την επιτυχία της αναπτυξιακής πολιτικής και ιδιαίτερα
τους κινδύνους μη παραγωγικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων, καθώς επίσης
και τις δυσκολίες απορρόφησης πόρων σε σημαντικά έργα και σε καινοτόμες
δράσεις.
Κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου
προγραμματισμού έγινε σημαντική πρόοδος σ΄όλους αυτούς τούς τομείς και
αποκτήθηκε σημαντική εμπειρία.
Παρουσιάστηκαν αρκετές δυσκολίες, εκ των οποίων οι
περισσότερες οφείλονταν στο γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις ξεκίνησαν ταυτόχρονα
με την εφαρμογή του προγράμματος, χωρίς προηγούμενη προετοιμασία, και έπρεπε να
πραγματοποιηθούν «εν κινήσει». Προχώρησαν, δηλαδή θεσμικές μεταρρυθμίσεις που
αφορούσαν προγράμματα και έργα τα οποία ήδη ήταν στη φάση της υλοποίησης.
Αυτό το γεγονός, άλλοτε προκαλούσε καθυστέρηση των
έργων και των δράσεων και άλλοτε προκαλούσε καθυστέρηση των ίδιων των
μεταρρυθμίσεων.
Εντούτοις, παρ΄ όλες αυτές τις δυσκολίες, έγιναν
σημαντικές μεταρρυθμίσεις στους τομείς των δημοσίων έργων, των ιδιωτικών
επενδύσεων, του ανθρώπινου δυναμικού και της δημόσιας διοίκησης.
Αποκτήθηκε σημαντική εμπειρία από τη συμμετοχή του
ιδιωτικού τομέα στα μεγάλα έργα, έγιναν μεγάλοι διεθνείς διαγωνισμοί και ιδιαίτερα
μετά το 1995 επιταχύνθηκε με γρήγορους ρυθμούς η υλοποίηση του προγράμματος και
η απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων.
Παράλληλα, πέρα από την εφαρμογή του ΚΠΣ,
δρομολογήθηκαν και βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη και άλλες καίριες θεσμικές
μεταρρυθμίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές που αφορούν τη συγκρότηση των
περιφερειών, τις δημόσιες επιχειρήσεις, το τραπεζικό σύστημα, την αγορά
εργασίας και τη δημοσιονομική διαχείριση. Ασφαλώς όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις
θα συμβάλλουν σημαντικά στην αναπτυξιακή διαδικασία.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο και με την εμπειρία που έχει
αποκτηθεί, το αναπτυξιακό πρόγραμμα της περιόδου 2000-2006 θα πρέπει να
προβλέπει και να περιλαμβάνει και τις περαιτέρω αναγκαίες θεσμικές
μεταρρυθμίσεις και τις δομές που θα απαιτηθούν για τη υλοποίησή του.
Αυτές οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να
διακριθούν σε τρεις κατηγορίες:
Θεσμικές ρυθμίσεις που θα προκύψουν από την
διαπραγμάτευση του πλαισίου υποστήριξης του προγράμματος από την Ευρωπαϊκή
Ένωση.
Θεσμικές ρυθμίσεις που αφορούν στους μηχανισμούς διοικητικής
υποστήριξης και στις δομές εφαρμογής του προγράμματος.
Θεσμικές ρυθμίσεις που αφορούν στη λειτουργία των
μηχανισμών της αγοράς, της διοίκησης, της αυτοδιοίκησης, των δημοσίων
επιχειρήσεων και στις σχέσεις του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα.
II. Θεσμικές
ρυθμίσεις που θα προκύψουν από την διαπραγμάτευση του πλαισίου υποστήριξης του
προγράμματος από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση για την
υποστήριξη του προγράμματος, όπως και στις προηγούμενες προγραμματικές περιόδους,
περιλαμβάνουν τα εξής στάδια:
Διαπραγμάτευση στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού
Συμβουλίου βάσει των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το ύψος των
διαθέσιμων πόρων, τα γενικά κριτήρια κατανομής τους και τις γενικές
κατευθύνσεις της πολιτικής της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής για τη
περίοδο 2000-2006.
Διαπραγμάτευση στο επίπεδο του Συμβουλίου των
Υπουργών με βάση και πάλι τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την
αναλυτική κατανομή των πόρων κατά τομείς πολιτικής, κατά περιοχές και κατά
κράτη-μέλη, καθώς επίσης και το θεσμικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο θα
χορηγηθεί η κοινοτική υποστήριξη.
Διαπραγμάτευση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και
της κυβέρνησης καθώς και μεταξύ των αντίστοιχων διοικήσεων, σχετικά με τους
όρους και τις προϋποθέσεις σύμφωνα με τους οποίους, εντός του ήδη συμφωνηθέντος
κοινοτικού θεσμικού πλαισίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναλαμβάνει την υποχρέωση της
χρηματοοικονομικής υποστήριξης του Ελληνικού αναπτυξιακού προγράμματος.
Από αυτές τις διαπραγματεύσεις, εκτός από το ύψος
των διαθέσιμων πόρων για τους οποίους γίνεται αναφορά στα προηγούμενα, θα
προκύψει, όπως και στις προηγούμενες περιόδους, η ανάγκη ορισμένων θεσμικών
προσαρμογών.
Κατά τις προηγούμενες περιόδους δεν δόθηκε η
πρέπουσα σημασία σ΄ αυτές τις προσαρμογές με συνέπεια να παρουσιαστούν αρκετές
δυσλειτουργίες της «εταιρικής σχέσης» τόσο μεταξύ της ελληνικής και της
ευρωπαϊκής διοίκησης, όσο και μεταξύ της κεντρικής διοίκησης, των περιφερειακών
διοικήσεων και της αυτοδιοίκησης.
Σε αρκετές περιπτώσεις δεν υπήρχε επαρκές
νομοθετικό πλαίσιο υλοποίησης ορισμένων δράσεων και παρουσιάστηκαν αρκετές
αντιστοιχίες μεταξύ του ελληνικού και του κοινοτικού θεσμικού πλαισίου, τόσο
όσον αφορά τους κανόνες επιλεξιμότητας έργων και δράσεων για χρηματοδοτική
υποστήριξη, όσο και τους κανόνες εποπτείας, παρακολούθησης και δημοσιονομικής
διαχείρισης του προγράμματος.
Επίσης παρουσιάστηκαν ορισμένες δυσκολίες στην
εφαρμογή ορισμένων κοινοτικών πολιτικών πού συνδέονται με την υλοποίηση του
προγράμματος, όπως για παράδειγμα η πολιτική για το περιβάλλον, ή για τις
δημόσιες συμβάσεις.
Πολλές από αυτές τις δυσκολίες οι οποίες
παρουσιάστηκαν κυρίως κατά τα πρώτα χρόνια της υλοποίησης στη συνέχεια άρχισαν
να ξεπερνιούνται. Προκάλεσαν όμως σημαντικές καθυστερήσεις.
Με βάση το νέο προτεινόμενο κανονιστικό πλαίσιο,
από τα μέχρι στιγμής δεδομένα προβλέπεται ότι θα υπάρξουν οι εξής σημαντικές
αλλαγές:
Αποκέντρωση των διαδικασιών υλοποίησης, απεμπλοκή
των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από την συστηματική παρακολούθησή τους
και συστηματική ενίσχυση των ελέγχων. Οι μεταβολές αυτές απαιτούν αυξημένη
διαχειριστική ευθύνη από τους φορείς εφαρμογής.
Μερική αυτοματοποίηση της δημοσιονομικής
διαχείρισης με προγραμματισμό διαδικασιών αυτόματης δέσμευσης, αλλά και
αποδέσμευσης των χορηγουμένων κοινοτικών πόρων.
Μεγαλύτερη προσαρμογή των κριτηρίων επιλεξιμότητας
στις κοινοτικές πολιτικές και ιδιαίτερα στα διευρωπαϊκά δίκτυα, στην πολιτική
ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων, στην πολιτική για την απασχόληση, το
περιβάλλον, την έρευνα και τη τεχνολογία.
Επαναπροσδιορισμό της εταιρικής σχέσης και
διεύρυνσή της, ώστε να περιλαμβάνει και τη σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο
τομέα.
Όλες αυτές οι αλλαγές, οι οποίες αναμένεται να
οριστικοποιηθούν τον ερχόμενο Ιούνιο η το αργότερο το Σεπτέμβριο θα πρέπει, όχι
μόνο να ληφθούν υπόψη κατά την κατάρτιση του προγράμματος, αλλά να ξεκινήσουν
αμέσως και πολλές από αυτές να έχουν πραγματοποιηθεί πριν από την έναρξή του.
Είναι βέβαιο, ότι θ΄αποτελέσουν τις προϋποθέσεις της κοινοτικής χρηματοδοτικής
υποστήριξης και θα περιληφθούν στο Γ΄ Κ.Π.Σ.
Η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης είναι
καθοριστική τόσο για την κατάρτιση, όσο και για την υλοποίηση του αναπτυξιακού
προγράμματος.
Η εμπειρία των προηγούμενων προγραμματικών
περιόδων, αλλά και η διεθνής εμπειρία της αναπτυξιακής πολιτικής άλλων χωρών
έχει δείξει ότι πολλές αναπτυξιακές επιλογές της πολιτικής ηγεσίας παραμένουν
«ασκήσεις επί χάρτου» εάν κατά τον σχεδιασμό τους και την εφαρμογή τους δεν
υποστηρίζονται από έναν επαρκή διοικητικό μηχανισμό.
Κατά συνέπεια, τα έργα και οι δράσεις του
αναπτυξιακού προγράμματος εκτός από το περιεχόμενο και τους στόχους πρέπει να
συνοδεύονται και από προδιαγραφές διοικητικών μηχανισμών που θα επιτρέπουν τον
αναλυτικό σχεδιασμό και την υλοποίησή τους.
Θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα ότι η επάρκεια των
διοικητικών μηχανισμών, δεν περιορίζεται στο απλό και γνωστό αίτημα για «περισσότερο
προσωπικό» και για «περισσότερες πιστώσεις».Είναι βέβαιο ότι και εκεί υπάρχουν
μεγάλες ελλείψεις. Εκείνο όμως που προηγείται είναι ο σαφής και λεπτομερής
προσδιορισμός τού αντικειμένου της διοικητικής υποστήριξης, δηλαδή η αναλυτική
περιγραφή των θέσεων εργασίας, των υπηρεσιακών λειτουργιών, των διυπηρεσιακών
σχέσεων, και της εξωτερικής υποστήριξης καθώς και η αντιστοίχησή τους με τις
ανάγκες σχεδιασμού και υλοποίησης των δράσεων και των έργων.
Οι προηγούμενες εμπειρίες ευκαιριακών λύσεων με προσφυγή
σε ειδικές ομάδες διαχείρισης, σε έκτακτες πολλαπλές αμοιβές των υπαλλήλων της
διοίκησης και σε αιτήματα εξωτερικής τεχνικής βοήθειας σε έμψυχο υλικό, έδειξαν
ότι μπορούν να προσφέρουν πρόσκαιρες διεξόδους, αλλά δεν αποκαθιστούν το
διοικητικό έλλειμμα.
Με βάση αυτή την εμπειρία, κάθε φορέας του
δημόσιου ή κοινωνικού τομέα που πρόκειται να έχει ευθύνη υλοποίησης
προγραμμάτων ή δράσεων του Γ΄ΚΠΣ, παράλληλα με το περιεχόμενο των προτεινομένων
προγραμμάτων ή δράσεων θα πρέπει να υποβάλει τεκμηριωμένη έκθεση του θεσμικού
και διοικητικού ισοζυγίου τους, δηλαδή τις ελάχιστες θεσμικές και διοικητικές
προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους σε σύγκριση μέ τά ισχύοντα κατά την υποβολή
της πρότασης. Από τη σύγκριση αυτή πιθανώς θα προκύπτει η ανάγκη υποβολής προτάσεων
για:
τις τυχόν αλλαγές ή προσθήκες στο θεσμικό πλαίσιο
που διέπει τις προτεινόμενες δράσεις
τις τυχόν αναγκαίες οργανωτικές βελτιώσεις στη
δομή των εμπλεκομένων κεντρικών και περιφερειακών υπηρεσιών
τις ενδεχόμενες αναγκαίες βελτιώσεις στη ποιότητα
και ποσότητα του στελεχιακού δυναμικού
την απαραίτητη τεχνολογική και κτηριακή υποδομή
Η πιο πάνω διαδικασία προτείνεται ως υποχρεωτική
προϋπόθεση επιλεξιμότητας για ένταξη στο Γ΄ΚΠΣ.
Πέραν αυτών των πιο εξειδικευμένων παρεμβάσεων η
εμπειρία του Β΄ΚΠΣ έχει αναδείξει σοβαρά προβλήματα σε συγκεκριμένες οριζόντιες
διοικητικές διαδικασίες που αφορούν μεγάλο αριθμό έργων και δράσεων. Ως
συχνότερα αναφερόμενες, χωρίς να είναι και οι μόνες, σημειώνονται οι
διαδικασίες:
περιβαλλοντικής αδειοδότησης
ένταξης έργων στο ενιαίο πρόγραμμα κρατικών
προμηθειών
αξιολόγησης προσφορών και ανάδειξης αναδόχων
απαλλοτρίωσης ιδιωτικών εκτάσεων
τήρησης της νομοθεσίας για την αλληλουχία των
μελετών στα δημόσια έργα
διαστασιολόγησης, εκτίμησης κόστους και χρόνου
υλοποίησης των έργων
διασφάλισης ποιότητας και ελέγχου τήρησης
συμβατικών προδιαγραφών
Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις το σύνολο των
προτάσεων διοικητικής υποστήριξης και θεσμικής μεταρρύθμισης πρέπει
ν΄αποτελέσει αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας της οποίας τα συμπεράσματα θα αποτελέσουν
ένα χωριστό πρόγραμμα.
Το τμήμα της μεταρρύθμισης που συνδέεται με τις
υποδομές καθώς και εκείνο που συνδέεται με την εκπαίδευση και την κατάρτιση θα
πρέπει όπως και στο παρελθόν να περιληφθεί στο Γ΄ Κ.Π.Σ. και ν΄αποτελέσει
αντικείμενο χρηματοδοτικής υποστήριξης από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντίθετα, το τμήμα της μεταρρύθμισης που συνδέεται
με την πολιτική προσλήψεων και αμοιβών των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να
αποτελέσει καθαρά εθνική πολιτική και να χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά από
ειδικώς προβλεφθέντες εθνικούς πόρους.
ΙV.Θεσμικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν στη λειτουργία των μηχανισμών της
αγοράς,της διοίκησης, της αυτοδιοίκησης, των δημοσίων επιχειρήσεων και στις
σχέσεις του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα.
Κατά την παραγωγή των δημοσίων έργων και όλων των
άλλων υποδομών δημοσίου ενδιαφέροντος, κατά την χορήγηση επιδοτήσεων και άλλων
επενδυτικών κινήτρων προς τον ιδιωτικό τομέα και κατά την εκπαίδευση και
κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, κινητοποιούνται όλες οι παραγωγικές
δυνάμεις της χώρας.
Καμία από αυτές τις δραστηριότητες δεν αποτελεί
αποκλειστικό προνόμιο του κράτους η των ιδιωτών, των δημοσίων επιχειρήσεων η
της αυτοδιοίκησης, του τραπεζικού συστήματος η της δημοσιονομικής πολιτικής,
αλλά και καμία απ΄ αυτές δεν είναι έξω από το αντικείμενο του ενδιαφέροντός
τους.
Η εμπειρία από τις προηγούμενες προγραμματικές
περιόδους έδειξε ότι όσο περισσότερο σαφής είναι η κατανομή των ρόλων και των
ευθυνών των εταίρων της οικονομίας, τόσο περισσότερο θετικά είναι τα
αποτελέσματα της αναπτυξιακής προσπάθειας.
Οι διαρθρωτικές μεταβολές που γίνονται αυτή τη
περίοδο καθώς, και η σύγκλιση των μεθόδων διαχείρισης της οικονομίας προς τις
μεθόδους διαχείρισης των οικονομιών των ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής
Ένωσης επιβάλλουν τον διαρκή εκσυγχρονισμό όλων των θεσμών της οικονομίας
Αυτές οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις δεν αφορούν,
βεβαίως, μόνο το αναπτυξιακό πρόγραμμα και δεν αποτελούν τμήμα του, αποτελούν
όμως τις προϋποθέσεις της επιτυχούς εφαρμογής του και μερικές απ΄ αυτές στο
βαθμό που συνδέονται με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα περιληφθούν στο
Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Κατά συνέπεια θα πρέπει να υπάρξει μία μέριμνα για
την συνεχή προσαρμογή και τον εκσυγχρονισμό του θεσμικού πλαισίου:
της παραγωγής δημοσίων έργων,
της σύναψης δημοσίων συμβάσεων και του συστήματος
κρατικών προμηθειών,
της χορήγησης κρατικών ενισχύσεων προς τον
ιδιωτικό τομέα (Γεωργία, Μεταποίηση, Υπηρεσίες)
των διαδικασιών εφαρμογής της περιβαλλοντικής
πολιτικής και ιδιαίτερα της κατάρτισης περιβαλλοντικών όρων και των συστημάτων
αδειοδότησης.
των μηχανισμών εκπαίδευσης και κατάρτισης του
ανθρώπινου δυναμικού,
της λειτουργίας των δημοσίων επιχειρήσεων,
του συστήματος δημοσιονομικής διαχείρισης των
διαθέσιμων πόρων
Σ΄ όλες τις ανωτέρω λειτουργίες έχει σημαντική,
όχι όμως αποκλειστική, ευθύνη η δημόσια διοίκηση. Γι΄ αυτό το λόγο, εκτός από
την βελτίωση των διοικητικών μηχανισμών υποστήριξης των έργων και των δράσεων
του προγράμματος απαιτείται και η βελτίωση όλης της διοίκησης.
Εντούτοις θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος
της ευθύνης για την λειτουργία αυτών των μηχανισμών φέρει και ο ιδιωτικός
τομέας και οι οργανωμένοι φορείς του.
Προτείνεται, κατά συνέπεια, στα πλαίσια του
κοινωνικού διαλόγου, ο οποίος προβλέπεται και από τις νομοθετικές προτάσεις της
Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάρτιση των εθνικών σχεδίων περιφερειακής
ανάπτυξης, να υποβληθούν συγκεκριμένες προτάσεις βελτίωσης των ανωτέρω
μηχανισμών.
Στη συνέχεια, μετά ενδεχομένως και από
νομοθετικές, κατά περίπτωση, ρυθμίσεις, να καθοριστεί ένα πιο σύγχρονο και πιο
παραγωγικό πλαίσιο λειτουργίας των εταίρων της οικονομίας και της ανάπτυξης.
Τομεακές Προτεραιότητες
Ανάπτυξη Ανθρώπινου
Δυναμικού:
Εκπαίδευση - Κατάρτιση - Απασχόληση
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ ΚΠΣ
Πρωταρχική σημασία αποδίδεται σήμερα στο ανθρώπινο
δυναμικό για τον εκσυγχρονισμό και την προώθηση της ανταγωνιστικότητας της
ελληνικής οικονομίας. Ο υψηλός βαθμός ειδίκευσης, και η ικανότητα προσαρμογής
στα νέα πρότυπα εργασίας αποτελούν απαραίτητα εφόδια για την επιτυχία σ΄αυτή τη
προσπάθεια. Η ποιότητα του ανθρώπινου δυναμικού αποτελεί την κρισιμότερη
προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ποιότητας προϊόντων και υπηρεσιών που με τη
σειρά της αναδεικνύεται ως ο κύριος παράγων ανάπτυξης των οικονομιών της
Ευρώπης. Ένα κατάλληλα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί επίσης όρο για
τη συμμετοχή στη κοινωνία της πληροφορίας που ανατέλλει και προϋπόθεση για τη
μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση της ανεργίας.
Οι εξελίξεις και οι διαφαινόμενες προοπτικές στην
ελληνική αγορά εργασίας επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα αυτή. Η σημαντικότερη
από τις πρόσφατες μεταβολές ήταν η σταθερή μακροχρόνια άνοδος του ποσοστού
ανεργίας. Από 4% το 1981 κυμάνθηκε μεταξύ 7-8% την περίοδο 1983-91 και έκτοτε
εμφάνισε αυξητική τάση εκτιμώμενο στο 10,2% του εργατικού δυναμικού το 1997,
δηλ. περίπου 440.000 άτομα. Η αύξηση τού ποσοστού συμμετοχής των γυναικών στο
εργατικό δυναμικό και ο μεγάλος αριθμός των εισερχομένων μεταναστών στη χώρα
μας οδήγησαν σε αύξηση του εργατικού δυναμικού σημαντικά ταχύτερη της
δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης. Οι παράγοντες αυτοί κρίνεται ότι αποτελούν
το κύριο αίτιο της αυξανόμενης ανεργίας και όχι τόσο οι απολύσεις λόγω
αναδιάρθρωσης ή αστοχίας των επιχειρήσεων.
Το κύριο βάρος της ανεργίας φέρουν οι νέοι (20-24
ετών), οι γυναίκες και γενικότερα οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας. Από
πλευράς γεωγραφικής κατανομής η ανεργία εντοπίζεται κυρίως στις μεγάλες αστικές
περιοχές. Είναι ενδεικτικό ότι σχεδόν ο ένας στους δύο ανέργους εντοπίζεται στο
Νομό Αττικής. Επίσης ο ένας στους δύο ανέργους ανήκει στους μακροχρόνια
άνεργους, δηλαδή έχει παραμείνει εκτός απασχόλησης για διάστημα τουλάχιστον 12
μηνών. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η ανεργία συγκεντρώνεται στους
αποφοίτους μέσης εκπαίδευσης και στους πτυχιούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
γεγονός που εγείρει ανησυχίες για το επίπεδο διασύνδεσης του εκπαιδευτικού
συστήματος με την αγορά εργασίας.
Κατά την τελευταία πενταετία η απασχόληση
αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,3%. Τομεακά φαίνεται ότι η απασχόληση στη
γεωργία ακολουθεί μακροχρόνια πτωτική τάση, αλλά και η απασχόληση στο
δευτερογενή τομέα εμφανίζει τα τελευταία χρόνια ελαφρά μείωση. Τα φαινόμενα
μείωσης των θέσεων απασχόλησης είναι ισχυρότερα στις μεγάλες μεταποιητικές
επιχειρήσεις. Ο τομέας των υπηρεσιών είναι συνεπώς ο μόνος που δημιουργεί νέες
θέσεις απασχόλησης χωρίς, όπως είδαμε, να είναι σε θέση να αποσοβήσει την
αύξηση του ποσοστού ανεργίας.
Με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα “Εκπαίδευση και
Αρχική Επαγγελματική Κατάρτιση” το Β΄ ΚΠΣ έθεσε ως προτεραιότητες:
Την παροχή εναλλακτικών δυνατοτήτων στους νέους,
ιδίως μετά το γυμνάσιο και λύκειο, εξασφαλίζοντάς τους πρόσβαση σε μια
αναγνωρισμένη μορφή εκπαίδευσης.
Τον εμπλουτισμό και προσαρμογή στην αγορά εργασίας
των εκπαιδευτικών προγραμμάτων (πχ νέες τεχνολογίες, ξένες γλώσσες κοκ).
Την επιμόρφωση των καθηγητών κυρίως σε
παιδαγωγικές μεθόδους.
Τη στήριξη της βελτίωσης των υποδομών και του
εξοπλισμού στη δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Τη μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου
μέσω κατάλληλων ενεργειών πρόληψης και υποστήριξης.
Την αναμόρφωση των πανεπιστημιακών προγραμμάτων
και τη προώθηση των μεταπτυχιακών σπουδών.
Τη δημιουργία δικτύων διασύνδεσης και ανταλλαγών
με τις επιχειρήσεις.
Το διοικητικό εκσυγχρονισμό του ΥΠΕΠΘ.
Είναι σαφές ότι, με εξαίρεση την πρωτοβάθμια
εκπαίδευση, το Πρόγραμμα επιχειρεί μια εφόλης της ύλης παρέμβαση στα συστήματα,
στους φορείς και στα μέσα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Παρότι η επιλογή αυτή
ήταν δικαιολογημένη λόγω των μεγάλων αδυναμιών και ελλείψεων σε όλο το φάσμα
της εκπαιδευτικής διαδικασίας, εντούτοις οδήγησε σε ένα υπερβολικά φιλόδοξο
πρόγραμμα και σε σχετική ανεπάρκεια πόρων για την επίτευξη ολοκληρωμένου
αποτελέσματος. Παράλληλα η έκταση των παρεμβάσεων και ο υψηλός βαθμός
καινοτομίας τους, σε συνδυασμό με επι μέρους θεσμικές ελλείψεις και οργανωτικές
αδυναμίες των υπηρεσιών, είχαν ως αποτέλεσμα καθυστερήσεις στην υλοποίηση
ορισμένων μέτρων του Προγράμματος. Αυτό δεν ισχύει στη περίπτωση των μέτρων
αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΙΕΚ, Σχολές Μαθητείας ΟΑΕΔ,
Ναυτικά Λύκεια κλπ) όπου εμφανίζεται υψηλός ρυθμός υλοποίησης ακριβώς γιατί οι
αρμόδιοι φορείς διέθεταν τη σχετική εμπειρία από την εφαρμογή αντίστοιχων
δράσεων στο Α΄ ΚΠΣ. Παραταύτα η Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΣΥΕ δείχνει ότι
μόλις 1% του εργατικού δυναμικού έχει ολοκληρώσει μαθήματα επαγγελματικής
κατάρτισης τουλάχιστον ενός έτους.
Συνοπτικά στην πρώτη περίοδο κυριάρχησαν οι
προσπάθειες για την εξειδίκευση των δράσεων του προγράμματος, τη δημιουργία του
αναγκαίου θεσμικού πλαισίου και την ανάπτυξη των μηχανισμών σχεδιασμού και
διαχείρισης των δράσεων. Το έργο αυτό έχει ουσιαστικά πλέον περατωθεί και η
καταβληθείσα προσπάθεια έχει αρχίσει να αποδίδει. Μετά την πρόσφατη αναθεώρηση
του Προγράμματος από την Επιτροπή Παρακολούθησης του ΚΠΣ υπάρχουν βάσιμες
προσδοκίες για την εμπρόθεσμη κάλυψη των στόχων.
Με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα “Συνεχιζόμενη
Κατάρτιση και Προώθηση της Απασχόλησης” το Β΄ ΚΠΣ έθεσε ως προτεραιότητες:
Τη δημιουργία αποτελεσματικών δομών παροχής
επαγγελματικής κατάρτισης που θα εξασφαλίζουν την ποιοτική της αναβάθμιση και
την προσαρμογή της στις οικονομικές αλλαγές. Βάση των δομών αυτών είναι η
δημιουργία ενός αποκεντρωμένου δικτύου διαπιστευμένων κέντρων επαγγελματικής
κατάρτισης. Παράλληλα προβλέπεται η ανάπτυξη ενός συστήματος πιστοποίησης που
θα ασχολείται με την διαπίστευση των εκπαιδευτών και του περιεχομένου των
εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Την ανάπτυξη επαρκών και κατάλληλων υπηρεσιών
απασχόλησης που να συνδυάζουν αποτελεσματικά τα συστήματα εκπαίδευσης και
επαγγελματικής κατάρτισης με την αγορά εργασίας, παρέχοντας ενεργό
επαγγελματικό προσανατολισμό και υπηρεσίες παροχής συμβουλών στους ανέργους.
Τη χρηματοδότηση προγραμμάτων επαγγελματικής κατάρτισης
με έμφαση στους νέους ανέργους, στους μακροχρόνια ανέργους, στις γυναίκες καθώς
και στους εργαζόμενους για τους οποίους απαιτείται προσαρμογή δεξιοτήτων
προκειμένου να διατηρήσουν τη θέση εργασίας τους και να βελτιωθεί η
παραγωγικότητα των επιχειρήσεων.
Τη χρηματοδότηση της απασχόλησης ανέργων σε νέες
θέσεις εργασίας ή αυτοαπασχολούμενων για τη δημιουργία ατομικής επιχείρησης.
Η πρόοδος και κατ΄επέκταση τα αποτελέσματα από την
εφαρμογή του Επιχειρησιακού Προγράμματος έως σήμερα εμφανίζουν σημαντική ανισομέρεια.
Στα αρχικά στάδια, η λειτουργία των νέων δομών κατάρτισης και προώθησης της
απασχόλησης παρουσίασε καθυστερήσεις. Η πλήρης λειτουργία των νέων δομών είναι
καθοριστική για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των υπολοίπων ενεργειών του
Προγράμματος . Μικρή πρόοδο παρουσίασαν επίσης τα μέτρα που αφορούν την
κατάρτιση εργαζομένων σε επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν αναδιάρθρωση καθώς και
των εργαζομένων σε προβληματικές επιχειρήσεις που απειλούνται με απόλυση. Οι
δυσχέρειες και οι καθυστερήσεις που παρουσιάστηκαν τα πρώτα έτη εφαρμογής του
Προγράμματος δεν αναιρούν τα σημαντικά βήματα προόδου που έγιναν κατά το
πρόσφατο χρονικό διάστημα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά η δημιουργία του Εθνικού
Κέντρου Πιστοποίησης, η επαναπιστοποίηση των Κέντρων Επαγγελματικής Κατάρτισης,
η σύσταση του Εθνικού Παρατηρητηρίου Εργασίας, των πρώτων Κέντρων Προώθησης της
Απασχόλησης κ.α.
Σε αντίθεση με τις παραπάνω περιπτώσεις οι
υπόλοιπες ενέργειες του Προγράμματος παρουσιάζουν πολύ σημαντική πρόοδο
υλοποίησης. Από το σύνολο αυτών των ενεργειών επωφελήθηκαν συνολικά 400
χιλιάδες άτομα εκ των οποίων το 47% ήταν εργαζόμενοι που έλαβαν μέρος σε
προγράμματα κατάρτισης και το 53% άνεργοι που έλαβαν μέρος σε προγράμματα
κατάρτισης ή επιδότησης της απασχόλησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι
επιδοτήσεις για νέες θέσεις απασχόλησης ισοδυναμούν με περίπου 75% της αύξησης
της απασχόλησης μισθωτών που παρατηρήθηκε την ίδια περίοδο.
Βέβαια ορισμένες σημαντικές μεταβλητές που θα
έδιναν μια εικόνα για την επίπτωση των παρεμβάσεων, όπως το ποσοστό των
καταρτισθέντων που εξασφάλισαν απασχόληση μετά το πέρας της κατάρτισης, ή η
αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας ως συνέπεια της κτήσης νέων προσόντων και
δεξιοτήτων παραμένουν άγνωστες. Όμως η πρόσφατη πρόοδος που προαναφέραμε ως
προς τη δημιουργία των νέων δομών κατάρτισης αναμένεται ότι θα έχει καταλυτικές
συνέπειες για την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων. Στη
κατάρτιση των ανέργων, για παράδειγμα, οι ειδικότητες στις οποίες θα
καταρτίζονται θα αποτελούν προϊόν συστηματικής έρευνας στα πλαίσια του Εθνικού
Παρατηρητηρίου Απασχόλησης, οι υποψήφιοι θα κατευθύνονται στα κατάλληλα για τις
ανάγκες και τις ικανότητές τους προγράμματα κατάρτισης μέσω των συμβουλευτικών
υπηρεσιών του δικτύου των Κέντρων Προώθησης Απασχόλησης, οι παρεχόμενες γνώσεις
θα έχουν την εγγύηση ποιότητας που θα παρέχει η πιστοποίηση από το Εθνικό
Κέντρο Πιστοποίησης κοκ.
Η πλήρης λειτουργία των νέων αυτών δομών ήδη από
το 1999, δίνει μια πολύ διαφορετική βάση εκκίνησης για τους σχεδιασμούς της
νέας προγραμματικής περιόδου.
Με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα “Καταπολέμηση του
Αποκλεισμού από την Αγορά Εργασίας” το Β΄ΚΠΣ έθεσε ως προτεραιότητες:
Την κατάρτιση ατόμων με ειδικές ανάγκες σε
κατάλληλες ειδικότητες, οι οποίες σε συνδυασμό με την ευαισθητοποίηση των
εργοδοτών θα συμβάλλουν στην ένταξή τους στην αγορά εργασίας.
Την κατάρτιση των μεταναστών και παλιννοστούντων,
ώστε να επιτευχθεί η αποπεριθωροποίησή τους.
Την ένταξη στην αγορά εργασίας άλλων κατηγοριών
κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων, όπως αποφυλακισμένοι, πρώην χρήστες ναρκωτικών,
ομάδες με θρησκευτικές ή πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κ.ά.
Η αξιοποίηση του Προγράμματος από τις ομάδες
στόχους ήταν γενικά περιορισμένη και πολύ χαμηλότερη των διαθέσιμων πόρων.
Πάνω από το ήμισυ των δράσεων εξυπηρέτησε άτομα με
ειδικές ανάγκες, ενώ σημαντικά χαμηλότερος αριθμός δράσεων ικανοποίησε τις
υπόλοιπες ομάδες - στόχους του Προγράμματος. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί την
ανισόμερη κατανομή των δράσεων σε τρείς κυρίως Περιφέρειες. Ανω του 70% των
υλοποιηθέντων προγραμμάτων εντοπίζονται στην Αττική, στην Κεντρική Μακεδονία
και στην Ανατολική Μακεδονία - Θράκη ,όπου και συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο
μέρος του πληθυσμού-στόχου του Προγράμματος. Οι περισσότερες δράσεις του
Προγράμματος βρίσκονται εκτός των παραδοσιακών λειτουργιών της δημόσιας
διοίκησης και συνεπώς η έλλειψη εμπειρίας ήταν καταφανής. Διαπιστώθηκε επίσης
και το χαμηλό επίπεδο οργάνωσης των κοινωνικών φορέων και εθελοντικών
οργανώσεων. Στην όλη εξέλιξη του Προγράμματος σημαντικό ρόλο έπαιξε και η
καθυστέρηση στην διεξαγωγή των μελετών-ερευνών που προβλεπόταν, μέσω των οποίων
θα επιτυγχάνετο ο ακριβής εντοπισμός των κοινωνικών ομάδων - στόχων, των
πολυδιάστατων αιτίων αποκλεισμού τους και η ανάπτυξη των κατάλληλων
συνοδευτικών υπηρεσιών στήριξης, ώστε να διασφαλίζεται ο ολοκληρωμένος
χαρακτήρας των δράσεων.
Παρόλα αυτά το Πρόγραμμα αποτέλεσε ένα μεγάλο
ξεκίνημα σε ένα ευαίσθητο κοινωνικά τομέα για τον οποίο απουσίαζε ουσιαστικά η
δημόσια πρωτοβουλία. Οδήγησε στην αφύπνιση δημόσιων και κοινωνικών φορέων και
ανέδειξε μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε το μέγεθος της απαιτούμενης
προσπάθειας.
Νέες Προκλήσεις - Στόχοι για το Γ΄ ΚΠΣ.
Η προηγηθείσα ανάλυση δείχνει ότι η
αποτελεσματικότερη εφαρμογή των περισσότερων δράσεων του Β΄ΚΠΣ και η προσέγγιση
των τεθέντων στόχων παραμένει ως μεγάλη πρόκληση και για το Γ΄ Κ.Π.Σ. Η
κτηθείσα εμπειρία και η θεσμική και οργανωτική προετοιμασία που επιτυγχάνεται
με το Β΄ ΚΠΣ αποτελούν τα καλύτερα εφόδια για την αντιμετώπιση αυτής της
πρόκλησης.
Η γενικότερη εξέλιξη του ισοζυγίου προσφοράς και
ζήτησης στην αγορά εργασίας κατά την επόμενη προγραμματική περίοδο θα
επηρεαστεί από σειρά παραγόντων οι κυριότεροι των οποίων εκτιμάται ότι θα
είναι:
Ως προς τις θέσεις εργασίας:
Θα επενεργήσουν θετικά:
Η επιτάχυνση της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας
στο δευτερογενή και τριτογενή τομέα, λόγω της προβλεπόμενης επιτάχυνσης του
ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ.
Η άνω του μέσου όρου επιτάχυνση της δημιουργίας
νέων θέσεων εργασίας στους τομείς και περιοχές που επωφελούνται από την
ανάπτυξη των αγορών των γειτονικών χωρών.
Η επιτάχυνση της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας
στους τομείς που συνδέονται με τις δημόσιες επενδύσεις και κύρια στις
κατασκευές.
Αναμένεται να επενεργήσουν αρνητικά:
Η μείωση των θέσεων εργασίας στους τομείς σε
αναδιάρθρωση υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού.
Η μείωση των θέσεων εργασίας στο στενό και τον
ευρύτερο δημόσιο τομέα, με εξαίρεση τους τομείς της Παιδείας και της Υγείας -
Πρόνοιας.
Η συνέχιση της μακροχρόνιας μείωσης των θέσεων
εργασίας στο γεωργικό τομέα.
Ως προς το εργατικό δυναμικό,
Θα επενεργήσουν θετικά:
Η διεύρυνση του εργατικού δυναμικού λόγω της
περαιτέρω αύξησης της συμμετοχής των γυναικών.
Η διεύρυνση του εργατικού δυναμικού μέσω της
συνεχιζόμενης εισροής οικονομικών μεταναστών.
Η διεύρυνση του εργατικού δυναμικού μέσω της παράτασης
των ορίων ηλικίας για συνταξιοδότηση.
Αναμένεται να επενεργήσει αρνητικά:
Η επιβράδυνση της πληθυσμιακής αύξησης μετά τη
δεκαετία του ΄80 θα λειτουργεί περιοριστικά στην είσοδο νέων στο εργατικό
δυναμικό μετά το 2000.
Η ποσοτική εκτίμηση των επιπτώσεων στο ισοζύγιο
απασχόλησης από το συνδυασμό των ανωτέρω παραγόντων είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Οι αντίρροπες δυνάμεις που ασκούνται πάντως οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν θα
πρέπει να αναμένονται θεαματικές μεταβολές στον αριθμό των ανέργων, τουλάχιστον
κατά τα αμέσως προσεχή χρόνια παρά την όποια αύξηση στον αριθμό των θέσεων
εργασίας.
Η ανάλυση των ποιοτικών επιπτώσεων από τις
διεθνείς γεωπολιτικές, οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις που ακολουθεί
γίνεται συνεπώς ασφαλέστερος οδηγός ως προς τους στόχους που πρέπει να τεθούν
για το Γ΄ ΚΠΣ.
Η κυριαρχία παγκόσμιων δικτύων διανομής προϊόντων,
υπηρεσιών και κεφαλαίων ανατρέπει παλαιές σταθερές σε σχέση με πάγια συγκριτικά
πλεονεκτήματα συνδεόμενα με μεγέθη εσωτερικής αγοράς, γειτνίαση με νέες αγορές,
φυσικό πλούτο, αποταμιευτικούς πόρους κοκ. Το ευέλικτο και εξειδικευμένο
ανθρώπινο δυναμικό που μπορεί να αξιοποιεί τις τεχνολογικές εξελίξεις, τη
διακίνηση της πληροφορίας και να παράγει καινοτομίες αναδεικνύεται πλέον ως
κορυφαίο διατηρήσιμο συγκριτικό πλεονέκτημα στη παγκοσμιοποίηση των αγορών.
Η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ αίρει τις δυνατότητες
προστασίας της ανταγωνιστικότητας δια της νομισματικής πολιτικής, η δε
λειτουργία του Συμφώνου Σταθερότητας θέτοντας αυστηρότατα όρια σε σχέση με τις
κρατικές δαπάνες, αφαιρεί ουσιαστικά τη δυνατότητα διάθεσης πόρων για τη
διάσωση μη ανταγωνιστικών δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων και τη συντήρηση μη
παραγωγικών θέσεων εργασίας. Ως ετούτου ο κίνδυνος δημιουργίας θυλάκων υψηλής
ανεργίας είναι υπαρκτός.
Η ΟΝΕ για ορισμένους κλάδους, πχ στο
χρηματοπιστωτικό τομέα, προκαλεί εκτεταμένη μεταβολή στις συνθήκες ανταγωνισμού
και οδηγεί σε αναδιαρθρώσεις με σημαντικές επιπτώσεις στις αντίστοιχες αγορές
εργασίας.
Παράλληλα η απελευθέρωση των παραδοσιακών τομέων
κοινής ωφέλειας και το άνοιγμά τους στην ιδιωτική πρωτοβουλία θέτει νέες
απαιτήσεις παραγωγικότητας της εργασίας.
Στη δεκαετία του 1990 έχουμε ήδη μπεί “στην
κοινωνία της γνώσης”, σε μια κοινωνία που η τεχνολογία στο χώρο της παραγωγής
και της πληροφόρησης αλλάζει ταχύτατα και που η αξία των επιχειρήσεων μετράται
από την ικανότητά τους για απόκτηση, παραγωγή, διάχυση και εφαρμογή νέας γνώσης
στη παραγωγική διαδικασία. Οι γρήγορες παραγωγικές και οργανωτικές μεταλλαγές,
η ευέλικτη προσαρμογή στις απαιτήσεις των καταναλωτών, οδηγούν σε γρήγορη
απαξίωση της κεκτημένης γνώσης και σε μεγάλες ανακατατάξεις στην αγορά
εργασίας.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όχι μόνο προβάλλει
έντονη η ανάγκη για συνεχή εμπλουτισμό και ανανέωση των γνώσεων και δεξιοτήτων,
αλλά ταυτόχρονα αλλάζει ο χαρακτήρας της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Ο μαθητής ή φοιτητής που κατακλύζεται από νέες
πληροφορίες και αποκτά ο ίδιος πρόσβαση, μέσω ηλεκτρονικών δικτύων και
σύγχρονων μέσων επικοινωνίας σε πηγές γνώσης, πρέπει να έχει αναπτύξει την
αναλυτική και κριτική σκέψη καθώς και τις δεξιότητες που απαιτούνται για να
κάνει τις αναγκαίες επιλογές και την απαραίτητη σύνθεση. Θα πρέπει να μπορεί να
εντοπίζει τη χρήσιμη πληροφορία, να τη διασταυρώνει με άλλες και να εξάγει τα
δικά του συμπεράσματα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο ρόλος του καθηγητή
μεταβάλλεται, καθώς καλείται να εμψυχώσει, να κατευθύνει και να υποστηρίξει το
μαθητή ή το φοιτητή σ΄αυτή τη διαδικασία και όχι απλώς να του μεταφέρει ένα
απόθεμα συσσωρευμένης γνώσης.
Τρείς δεκαετίες παλαιότερα ήταν η εποχή της
εξειδίκευσης στα συστήματα παιδείας σε όλο το κόσμο. Γιαυτό και βλέπουμε
εξειδικεύσεις ειδικοτήτων τόσο στο δευτεροβάθμιο όσο και στο τριτοβάθμιο
επίπεδο. Σήμερα φαίνεται ότι η παγκόσμια σκέψη στα ζητήματα αυτά έχει
μετακινηθεί προς την κατεύθυνση της οικοδόμησης της εξειδίκευσης επάνω σε ένα
υπόβαθρο γενικής παιδείας. Έγινε δηλαδή κατανοητό ότι το κόστος διαχείρισης της
εξειδίκευσης μειώνεται όταν το επίπεδο γενικής παιδείας είναι υψηλό.
Το άνοιγμα στο διεθνές επενδυτικό κεφάλαιο των
οικονομιών της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης όπου
επικρατεί χαμηλό μισθολογικό κόστος, αλλάζει τον καταμερισμό μονάδων εντάσεως
εργασίας στην Ευρώπη, δημιουργώντας έτσι την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των
ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων στην ελληνική μεταποίηση και συνεπώς στα
χαρακτηριστικά και τις δεξιότητες του ελληνικού εργατικού δυναμικού.
Η εγγύτητα της Ελλάδας με τις αναπτυσσόμενες νέες
αγορές στις βαλκανικές και παρευξείνιες χώρες δημιουργεί νέα δεδομένα ανάπτυξης
επιχειρηματικότητας, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα. Προϋποθέτει κατάλληλα
προετοιμασμένο ανθρώπινο δυναμικό με ικανότητες προσαρμογής σε ταχέως
μεταβαλλόμενες καταστάσεις και εκτίμησης νέου τύπου κινδύνων και ευκαιριών.
Οι αυξανόμενες μεταναστευτικές ροές και κυρίως η
επιμήκυνση του χρόνου παραμονής των μεταναστών, πολλοί από τους οποίους
επιδιώκουν την μόνιμη ενσωμάτωσή τους στο εργατικό δυναμικό της χώρας, απαιτούν
την εντατικοποίηση της προσπάθειας για κατάλληλες δράσεις στο τομέα της
εκπαίδευσης, της κατάρτισης και των κοινωνικών υπηρεσιών.
Η μορφολογία του ελληνικού χώρου παρεμποδίζει τη
λειτουργική σύνδεση περιοχών περιορίζοντας την αναπτυξιακή δυναμική των
περιφερειών. Τα ηλεκτρονικά δίκτυα μετάδοσης δεδομένων δίδουν απάντηση στη
γεωγραφική ασυνέχεια ως προς την ισότητα των ευκαιριών πρόσβασης στην
ενημέρωση, την εκπαίδευση, την εργασία. Προκειμένου να αξιοποιηθούν οι νέες
δυνατότητες τηλεεργασίας, τηλεεκπαίδευσης κλπ απαιτείται η ανάπτυξη των
κατάλληλων δεξιοτήτων στο ανθρώπινο δυναμικό των πλέον απομονωμένων περιοχών.
Η αναμενόμενη περαιτέρω μείωση των θέσεων εργασίας
στο γεωργικό τομέα και η σημαντική υποκατάσταση απασχόλησης από τους
μετανάστες, προκειμένου να μην οδηγήσει σε νέα δημογραφική αποψίλωση της
υπαίθρου απαιτεί πολυεπίπεδες παρεμβάσεις μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη βαρύτητα
έχει η εξειδίκευση του αγροτικού εργατικού δυναμικού σε νέες οικονομικές
δραστηριότητες προσαρμοσμένες στον αγροτικό χώρο.
Η ολοκλήρωση των στόχων του Β΄ ΚΠΣ και η
αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων που φέρνουν οι πιο πάνω τάσεις και εξελίξεις
μας οδηγούν στην ακόλουθη σύνοψη στόχων για το Γ΄ ΚΠΣ:
Δημιουργία μιας ανοικτής και συνεκτικής κοινωνίας
που θα εξασφαλίζει καθεστώς ίσων ευκαιριών, θα καταπολεμά διαχωρισμούς με βάση
το φύλο, θα διευκολύνει την πρόσβαση των πολιτών της στα συστήματα εκπαίδευσης
και διά βίου κατάρτισης, θα ενθαρρύνει την κατάκτηση ανώτερων εκπαιδευτικών
βαθμίδων και θα διασφαλίζει ευελιξία και προσαρμοστικότητα προσόντων και
δεξιοτήτων στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς εργασίας.
Προσανατολισμός της γενικής παιδείας στην
καλλιέργεια της συνθετικής και κριτικής σκέψης, της ικανότητας επίλυσης
προβλημάτων και της δυνατότητας δημιουργικής αφομοίωσης του πρωτοφανούς όγκου
πληροφόρησης που συνεπάγεται η κοινωνία της πληροφορίας.
Ταχεία βελτίωση της ποιότητας σε όλες τις βαθμίδες
της εκπαίδευσης και της αρχικής και συνεχιζόμενης κατάρτισης, αξιοποιώντας τις
νεοαποκτηθείσες δομές για την αναβάθμιση και πιστοποίηση :των προσόντων του
ανθρώπινου δυναμικού, των εκπαιδευτικών φορέων, των εκπαιδευτών και των
εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Προϋπόθεση για τη βελτίωση της ποιότητας είναι
επίσης η κάλυψη των κενών βασικής κτιριακής υποδομής για τη κατάργηση της
δεύτερης βάρδιας και εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού στη πρωτοβάθμια και
δευτεροβάθμια εκπαίδευση, κυρίως στους τομείς της πληροφορικής, των βιβλιοθηκών
και της διδασκαλίας ξένων γλωσσών.
Σύνδεση της επαγγελματικής αρχικής και
συνεχιζόμενης κατάρτισης με τις ανάγκες και προοπτικές της αγοράς εργασίας,
όπως αυτές τεκμηριώνονται από τη συστηματική τους παρακολούθηση και την
ανάπτυξη εταιρικότητας με τις επιχειρήσεις κατά το σχεδιασμό και εφαρμογή των
εκπαιδευτικών προγραμμάτων.
Εφαρμογή εξειδικευμένων δράσεων ολοκληρωμένου
χαρακτήρα, μέσα από αποκεντρωμένα συστήματα διαχείρισης, για την αντιμετώπιση
των επιπτώσεων απο την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων, την αντιμετώπιση θυλάκων
ανεργίας και την αξιοποίηση τοπικών δυνατοτήτων απασχόλησης.
Παροχή υπηρεσιών στήριξης, εμψύχωσης και
επαγγελματικού προσανατολισμού στους νέους, στους μακροχρόνια άνεργους, στις
γυναίκες, στους εξερχόμενους από το γεωργικό τομέα και γενικότερα στις ομάδες
που αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους παρατεταμένου αποκλεισμού από την αγορά
εργασίας.
Ενσωμάτωση των συστημάτων κατάρτισης στα πλαίσια
ολοκληρωμένου σχεδιασμού των υπηρεσιών πρόνοιας και απασχόλησης των ΑΜΕΑ, των
μεταναστών και των άλλων κοινωνικών ομάδων ευαίσθητων σε τάσεις
περιθωριοποίησης και αποκλεισμού από τον κοινωνικό και παραγωγικό ιστό.
Στρατηγική και Κύριες Δράσεις για το Γ΄ ΚΠΣ
Η στρατηγική και οι δράσεις για την επίτευξη των παραπάνω
στόχων δεν περιορίζονται στο ΚΠΣ. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο το έκτακτο Συμβούλιο
Κορυφής του Λουξεμβούργου (Νοέμβριος 1997) έθεσε συγκεκριμένους ποιοτικούς και
ποσοτικούς στόχους για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών. Πάνω σε αυτή
τη βάση δομήθηκε και το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Απασχόληση, που μαζί με το
Ν.2434/1996, αποτελούν ορόσημα της εθνικής στρατηγικής για την απασχόληση. Στον
τομέα της παιδείας η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποτελεί μια μείζονα πολιτική
που διατρέχει όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης και τη δια βίου κατάρτιση.
Παράλληλα νέες ρυθμίσεις στη νομοθεσία των κινήτρων για παραγωγικές επενδύσεις,
στη διαρθρωτική πολιτική για τις ΜΜΕ, στη σύναψη Τοπικών Συμφώνων Απασχόλησης
κοκ αποτελούν μέρη της όλης στρατηγικής.
Από το σύνολο αυτών των πολιτικών, το υποσύνολο
των δράσεων που ακολουθεί προτείνεται για ένταξη στα Επιχειρησιακά Προγράμματα
Ανθρωπίνων Πόρων του Γ’ ΚΠΣ:
Τα κύρια χαρακτηριστικά της εκπαιδευτικής
μεταρρύθμισης κατευθύνουν το εκπαιδευτικό σύστημα προς τον 1ο από τους πιο πάνω
στόχους. Η αποτελεσματική υλοποίηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης προϋποθέτει
σχετικά ακριβείς εκτιμήσεις ως προς τις επιπλέον ανάγκες σε υποδομές,
εξοπλισμό, καθηγητές και εκπαιδευτικά προγράμματα. Το ΚΠΣ θα πρέπει να διαθέσει
τους αναγκαίους πόρους για την κάλυψη αυτών των αναγκών. Ο έγκαιρος σχεδιασμός
είναι απαραίτητος προκειμένου να αποφευχθεί η έστω και πρόσκαιρη αδυναμία των
υφισταμένων δομών να ανταποκριθούν στην μεγάλη αύξηση ζήτησης που αναμένεται
για τις ανώτερες βαθμίδες εκπαίδευσης ως αποτέλεσμα των νέων ρυθμίσεων. Οι
ελεύθεροι κύκλοι σπουδών και το ανοιχτό πανεπιστήμιο αποτελούν επίσης δύο
τομείς αιχμής στη δια βίου κατάρτιση και θα στηριχθούν με επαρκείς πόρους στα
πλαίσια ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού.
Το σύστημα αρχικής και επαναλαμβανόμενης
ενημέρωσης και εκπαίδευσης των διδασκόντων (κυρίως στη δευτεροβάθμια
εκπαίδευση) απαιτεί ανασχεδιασμό, συστηματοποίηση, αυστηρές διαδικασίες
αξιολόγησης και φυσικά επαρκείς υποδομές. Δεδομένης της γεωγραφικής διασποράς
και του αριθμού των διδασκόντων θα πρέπει να ενεργοποιηθεί ένα ευρύ δίκτυο
κατάρτισης-αξιολόγησης περιλαμβανομένης της τηλεεκπαίδευσης. Για την υποστήριξη
του δικτύου απαιτείται μεταξύ άλλων και σημαντική ενίσχυση της εκπαιδευτικής
και παιδαγωγικής έρευνας και τεκμηρίωσης.
Η ένταξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στο Γ΄ΚΠΣ
κρίνεται αναγκαία προκειμένου να επιτευχθεί η αναδιάρθρωση των υποδομών που
προκαλείται από τις δημογραφικές εξελίξεις και να προωθηθεί ένας ευρύς
εμπλουτισμός των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Παράλληλα θα πρέπει να συνεχιστεί
και να επιταχυνθεί το πρόγραμμα αναβάθμισης της κτιριακής υποδομής για την
πλήρη εξάλειψη της δεύτερης βάρδιας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, την κάλυψη με
τον αναγκαίο εξοπλισμό της τεχνικής παιδείας, τον εφοδιασμό όλων των σχολικών
μονάδων με εργαστήρια πληροφορικής και σύγχρονες μεθόδους ταχύρυθμης
διδασκαλίας ξένων γλωσσών. Το 2006 θα πρέπει να έχει επέλθει ολική κάλυψη των
αναγκών στους τομείς αυτούς.
Στην τεχνική δευτεροβάθμια και στην επαγγελματική
εκπαίδευση εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ανάγκες υλικοτεχνικού εξοπλισμού
και ανανέωσης των προγραμμάτων σπουδών έτσι ώστε οι σπουδαστές να αποκτούν είτε
μιά επαρκή βάση για περαιτέρω εξειδίκευση είτε να μπορούν να απορροφηθούν άμεσα
απο την αγορά εργασίας. Το μικρό μέσο μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων είναι
περιοριστικός παράγων στη δημιουργία συστηματικών διαδικασιών
ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης. Με την έννοια αυτή η τεχνική παιδεία αναλαμβάνει
μεγαλύτερο βάρος παροχής τελικών και άμεσα αξιοποιήσιμων επαγγελματικών
προσόντων. Στα πλαίσια του σχεδιασμού της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης το Γ’ ΚΠΣ
θα καλύψει πλήρως τους αναγκαίους πόρους.
Το περιεχόμενο σπουδών των προγραμμάτων αρχικής
κατάρτισης ή επανειδίκευσης και των προγραμμάτων συνεχιζόμενης κατάρτισης
πρέπει να υπόκειται σε ενιαίο σχεδιασμό και συντονισμό ανεξάρτητα από το φορέα
που τα υλοποιεί. Η εποπτεία από μία ενιαία ρυθμιστική αρχή θα διασφαλίσει την
αποφυγή επικαλύψεων, κενών και σπατάλης πόρων.
Στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση η ολοκλήρωση των στόχων
του Β΄ΚΠΣ θα απορροφήσει σημαντικούς πόρους του νέου προγράμματος. Πέρα από την
ενίσχυση της υποδομής κλπ που σχετίζεται με την προαναφερθείσα εκπαιδευτική
μεταρρύθμιση, υπάρχει σημαντική ανάγκη επέκτασης των οργανωμένων μεταπτυχιακών
σπουδών και των υποτροφιών για τη παρακολούθησή τους. Στόχος θα πρέπει να είναι
η ύπαρξη μεταπτυχιακών σπουδών σε όλα τα Πανεπιστημιακά Τμήματα της χώρας, η
μεγιστοποίηση της συμμετοχής των επιχειρήσεων στη χρηματοδότησή τους, η
συστηματοποίηση της αξιολόγησης του παρεχόμενου ερευνητικού και διδακτικού
έργου και η αύξηση του αριθμού των υποτροφιών προς όσους πληρούν αξιοκρατικά
κριτήρια επιλεξιμότητας.
Πλήρης ενεργοποίηση με βάση σαφές επιχειρησιακό
σχέδιο και ποσοτικοποιημένους στόχους των νέων δομών κατάρτισης, κυρίως όσων
έχουν άμεση επίπτωση στην ποιότητα της κατάρτισης, στη συμβατότητά της με την
αγορά εργασίας και στην εμψύχωση και προσανατολισμό ατόμων και επιχειρήσεων για
την αξιοποίηση ευκαιριών απασχόλησης. Το Γ΄ ΚΠΣ θα καλύψει πλήρως το κόστος
εφαρμογής των πιο πάνω επιχειρησιακών σχεδίων. Η εταιρικότητα με τον ιδιωτικό
τομέα τόσο κατά το σχεδιασμό όσο και κατά την υλοποίηση των προγραμμάτων
(συνευθύνη στη χρηματοδότηση και αξιολόγηση) θεωρείται κρίσιμος παράγων
επιτυχίας.
Η συμμετοχή στην αγορά εργασίας και η
απασχολησιμότητα των γυναικών, δεν εξαρτάται μόνο από τις δεξιότητες που
προσφέρει η κατάρτιση αλλά και από ένα επαρκές δίκτυο κοινωνικών υπηρεσιών
υποστήριξης της οικογένειας. Βρεφονηπιακοί σταθμοί, κέντρα ανοιχτής περίθαλψης
και δημιουργικής απασχόλησης ΑΜΕΑ, η κατ’οίκον φροντίδα των ηλικιωμένων αποτελούν
προϋποθέσεις για την παροχή ίσων ευκαιριών απασχόλησης αλλά και για την
κοινωνική συνοχή σε ένα σύγχρονο κράτος. Το Γ΄ΚΠΣ θα περιλαμβάνει
συγκεκριμένους ποσοτικούς στόχους στο τομέα αυτό.
Κατάρτιση ολοκληρωμένων προγραμμάτων με
διασυνδεδεμένες δράσεις παροχής συμβουλών, υπηρεσιών πρόνοιας, επανειδίκευσης
και ενίσχυσης της απασχόλησης κατά θύλακα ανεργίας όπως αυτοί θα
προσδιορίζονται από ειδικές έρευνες των Παρατηρητηρίων Αγοράς Εργασίας ή άλλων
αρμόδιων φορέων. Η εταιρικότητα και η αποκέντρωση θα χαρακτηρίζουν την εφαρμογή
τους.
Είναι ευνόητο ότι και το Γ΄ΚΠΣ, θα χρηματοδοτήσει
την εφαρμογή των προγραμμάτων αρχικής και συνεχιζόμενης κατάρτισης για τις
πληθυσμιακές ομάδες-στόχους που ορίζει το Β’ΚΠΣ καθώς και την ενίσχυση της
απασχόλησης, πάντα υπό τις ποιοτικές προϋποθέσεις που αναφέρονται στα πιο πάνω
σημεία 5 και 7.
*****
Οι πιο πάνω δράσεις δεν εξαντλούν τις προσπάθειες
και τα μέσα της ελληνικής πολιτείας για την αντιμετώπιση της ανεργίας, την
αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και την ανταπόκριση στις νέες
προκλήσεις. Κρίνεται όμως ότι οι πόροι του Γ΄ΚΠΣ πρέπει να συγκεντρωθούν στις
προαναφερθείσες προτεραιότητες προκειμένου να επιτύχουμε την ολική και όχι την
μερική κάλυψη των τεθέντων στόχων.
Βασική Υποδομή:
Μεταφορές - Ενέργεια - Επικοινωνίες
Μεταφορές
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ ΚΠΣ
Στον Τομέα των Μεταφορών στο πλαίσιο του Β΄ ΚΠΣ
και του Ταμείου Συνοχής καταβάλλεται μια μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα
προσπάθεια ολικής αναβάθμισης των δικτύων μεταφοράς εθνικής και διαπεριφερειακής
εμβέλειας. Εκατοντάδες χιλιόμετρα νέων κλειστών αυτοκινητοδρόμων, κατασκευή
νέων λιμένων και εκσυγχρονισμός άλλων, εκατοντάδες χιλιόμετρα νέας
ηλεκτροδοτούμενης σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων και νέο τροχαίο υλικό
για τους σιδηροδρόμους, το νέο αεροδρόμιο της Αθήνας και ο εκσυγχρονισμός
άλλων, απεικονίζουν το μέγεθος της προσπάθειας.
Αν και τα έργα υποδομής των μεταφορών -όπως και
των άλλων βασικών υποδομών- συμβάλλουν άμεσα στη διαμόρφωση των διαφόρων
μακροοικονομικών μεγεθών (ΑΕΠ, απασχόληση,…), εντούτοις η κύρια συμβολή τους
είναι έμμεση. Οι μεταφορές αποδίδουν κυρίως στην έκταση που εξυπηρετούν τις
ανάγκες που έχουν οι άλλες κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες για υπηρεσίες
μεταφορών. Κατά συνέπεια, η αναπτυξιακή επίπτωση των έργων υποδομής μεταφορών
συναρτάται από τις μεταβολές που θα σημειωθούν στις άλλες παραγωγικές και
κοινωνικές δραστηριότητες πέρα απο την πρωτογενή συμβολή τους στην αναπτυξιακή
διαδικασία, λόγω βελτιωμένων συνθηκών προσπελασιμότητας.
Οσον αφορά τις υφιστάμενες ανάγκες, εκτιμάται ότι
σχετικά μικρό μέρος του μεταφορικού έργου δεν πραγματοποιείται σήμερα λόγω
ανεπάρκειας της σχετικής υποδομής (κυρίως στη διαμετακόμιση και τον εσωτερικό
τουρισμό). Διαπιστώνεται ωστόσο ότι η ποιότητα εξυπηρέτησης που απολαμβάνουν οι
χρήστες της υποδομής είναι πολύ κατώτερη της επιθυμητής. Αυτό έχει ως συνέπεια
να περιορίζεται η ανταγωνιστικότητα και γενικά η αποτελεσματικότητα της
ελληνικής οικονομίας, να αποθαρρύνεται η ανάπτυξη των περιφερειών, να
σημειώνεται δυσανάλογα μεγάλος αριθμός ατυχημάτων και να υποβαθμίζεται το
περιβάλλον.
Μέχρι σήμερα βέβαια τα προβλήματα και οι αδυναμίες
που είχαν διαπιστωθεί κατά το στάδιο κατάρτισης του Β΄ ΚΠΣ εξακολουθούν σε
μεγάλο βαθμό να υπάρχουν δεδομένου ότι μικρό μέρος των υπό κατασκευή έργων
έχουν αποδοθεί σε χρήση, ενώ η ζήτηση για μεταφορικές υπηρεσίες εξακολουθεί να
αυξάνει με ταχείς ρυθμούς. Τα σημαντικότερα από αυτά τα προβλήματα ήταν και
παραμένουν:
η μεγάλη υστέρηση του ρυθμού αύξησης χωρητικότητας
και βελτίωσης των συνθηκών ασφαλείας των κύριων αξόνων του εθνικού οδικού
δικτύου σε σχέση με την αύξηση της κυκλοφορίας οχημάτων,
η ανεπάρκεια στις οδικές συνδέσεις της Δυτικής
Ελλάδας με την Ανατολική Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα,
το πολύ χαμηλό επίπεδο υπηρεσιών των σιδηροδρόμων
που οδηγεί σε συρρίκνωση του μεταφορικού τους έργου, τόσο λόγω ανεπαρκούς
υποδομής όσο και οργάνωσης,
η συνεχής κυκλοφοριακή επιδείνωση στα μεγάλα
αστικά κέντρα και κυρίως στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη,
οι πολύ χαμηλές συνθήκες εξυπηρέτησης στούς
κόμβους επιβίβασης επιβατών και φόρτωσης εμπορευμάτων (λιμάνια, αεροδρόμια,
σιδηροδρομικοί σταθμοί, σταθμοί ΚΤΕΛ, κοκ),
η μεγάλη ανεπάρκεια των δυτικών πυλών εισόδου στη
χώρα μετά τον αναπροσανατολισμό των διεθνών μεταφορών που επέφερε η διάσπαση
της πρώην Γιουγκοσλαβίας,
οι αδυναμίες ελέγχου και αποτελεσματικής
διαχείρισης της εναερίου κυκλοφορίας, οι οποίες αναμένεται να αρθούν με την
ολοκλήρωση του Β΄ΚΠΣ.
Η ανάγκη αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών
καθόρισε τις προτεραιότητες του Β΄ΚΠΣ και του Ταμείου Συνοχής.
Στο Ε.Π. “Προσβάσεις και Οδικοί Αξονες”, το οποίο
αποτελεί και τη σημαντικότερη παρέμβαση, απο πλευράς πόρων, για τον τομέα των
Οδικών και Θαλάσσιων Μεταφορών, τέθηκαν οι ακόλουθοι στόχοι.
Για τον τομέα των Οδικών Μεταφορών:
η ολοκλήρωση του ΠΑΘΕ και ειδικότερα του Τμήματος
Αθηνών-Θεσσαλονίκης-Ευζώνων, με εξαίρεση το τμήμα Αγ.Κων/νος-Καμμένα Βούρλα και
το τμήμα των Τεμπών,
η κατασκευή λειτουργικών τμημάτων της Εγνατίας από
Ηγουμενίτσα έως τα ελληνο-τουρκικά σύνορα,
η κατασκευή της ζεύξης Ρίου-Αντιρρίου και ορισμένων
Τμημάτων (παρακάμψεις πόλεων) του Δυτικού Άξονα Αντιρρίου-Ιωαννίνων,
η αναβάθμιση σημαντικού αριθμού τμημάτων του
Βόρειου Οδικού Άξονα Κρήτης,
η κατασκευή του άξονα Τρίπολη-Καλαμάτα για την
ολοκλήρωση του ήδη κατασκευασθέντος με το Α΄ΚΠΣ άξονα Κορίνθου-Τρίπολης,
η κατασκευή δύο τμημάτων της Αττικής Οδού (με εκ
των υστέρων ένταξη στο ΚΠΣ), του τμήματος Σταυρού-Σπάτων και της Περιφερειακής
Υμηττού.
Από τους ανωτέρω στόχους ικανοποιητική πρόοδος
εμφανίζεται κυρίως στη κατασκευή του ΠΑΘΕ και του Βόρειου Άξονα Κρήτης. Παρά
τις αρχικές καθυστερήσεις υπάρχει βάσιμη προοπτική ότι το σύνολο του
προγραμματισμένου φυσικού αντικειμένου για τα έργα αυτά θα ολοκληρωθεί στη
διάρκεια του προγράμματος. Οι λοιποί στόχοι θα προσεγγισθούν μερικώς, αφού οι
αρχικές καθυστερήσεις δεν μπορούν να καλυφθούν εκ των υστέρων, παρά την
σημαντική επιτάχυνση των εργασιών που σημειώνεται κατά το τελευταίο έτος.
Σημαντικά επίσης οδικά έργα του εθνικού και
περιφερειακού δικτύου έχουν προγραμματιστεί και υλοποιούνται μέσω των ΠΕΠ, με
κύριο στόχο τη βελτίωση της προσπελασιμότητας των αστικών κέντρων στους κύριους
άξονες και στα σημεία εισόδου στα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών.
Στο τομέα των Λιμανιών ως στόχοι τέθηκαν:
η κατασκευή των νέων λιμένων Πατρών και
Ηγουμενίτσας για την πλήρη αναβάθμιση των δυτικών πυλών,
η αναβάθμιση και επέκταση των εμπορικών λιμένων
της Αλεξανδρούπολης, του Βόλου και της Καβάλας (εκ των υστέρων απεντάχθηκε),
η αναβάθμιση και επέκταση ενός αριθμού κύριων
λιμένων ακτοπλοίας όπως η Ρόδος, η Κέρκυρα, η Μύκονος κ.ά.
η επέκταση και η ποιοτική βελτίωση των παρεχομένων
υπηρεσιών στις μεταφορές με τη βελτίωση των επιπέδων ασφάλειας της ναυσιπλοίας.
Σε σχέση με τους τεθέντες στόχους, εμφανίζεται
δυσκολία να ολοκληρωθούν τα μεγαλύτερα έργα που αφορούν στις δυτικές πύλες και
στους εμπορικούς λιμένες στη διάρκεια του προγράμματος. Τα μικρότερα έργα που
αφορούν στους λιμένες ακτοπλοίας εξελίσσονται ικανοποιητικά και αναμένεται να
ολοκληρωθούν κατά τη διάρκεια του προγράμματος.Σχετικά με τα έργα για την
ασφάλεια ναυσιπλοίας, η μεν αγορά του εξοπλισμού (ναυαγοσωστικά, ελικόπτερα) θα
έχει ολοκληρωθεί , η ανάπτυξη όμως του VTMIS θα απαιτήσει πρόσθετο χρόνο και πόρους.
Στον τομέα των Σιδηροδρόμων ως κύριος
στόχος τέθηκε:
η αναβάθμιση της σιδηροδρομικής γραμμής
Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Ειδομένη για ταχύτητες κυκλοφορίας 200 χλμ/ώρα, πλην του
τμήματος της Σήραγγας Δομοκού,
η ανανέωση του τροχαίου υλικού με την προμήθεια
συρμών Intercity και
δηζελαμαξών,
ενώ το Ταμείο Συνοχής συμβάλλει χρηματοδοτικά:
στην αναβάθμιση της γραμμής Παλαιοφάρσαλα-Καλαμπάκα
στην ανακατασκευή της γραμμής Αθηνών-Κορίνθου, ως
πρώτο τμήμα της συνολικής αναβάθμισης της γραμμής Αθήνας-Πατρών,
στην κατασκευή του εμπορευματικού σταθμού του
Θριασίου Πεδίου,
στην ηλεκτροκίνηση στη γραμμή
Αθήνα-Θεσ/νίκη-Ειδομένη,
ενώ προβλέπεται επίσης η βελτίωση ορισμένων άλλων
δευτερεύουσας σημασίας γραμμών καθώς και συμπληρωματικές δράσεις, όπως
πληροφοριακά συστήματα, εγκαταστάσεις συντήρησης κοκ.
Η πρόοδος του προγράμματος σε χρηματοοικονομικούς
όρους είναι ικανοποιητική, αλλά εμφανίζονται σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά
το εκτελεσμένο φυσικό αντικείμενο, λόγω της μεγάλης αρχικής υποεκτίμησης του
πραγματικού κόστους των έργων από τον ΟΣΕ. Έτσι ενώ αναμένεται η πλήρης
απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων, μέρος μόνο των προαναφερθέντων στόχων μπορεί να
ολοκληρωθεί στη διάρκεια ζωής του προγράμματος. Ειδικότερα εκτιμάται ότι
ορισμένα τμήματα όπως το ορεινό Τιθορέα-Λιανοκλάδι, η γραμμή Ελευσίνα-Κόρινθος
και η ηλεκτροκίνηση απαιτούν χρόνους μεγαλύτερους από τη διάρκεια του
προγράμματος.
Στον τομέα των Αεροδρομίων η εφαρμογή του
Τέλους Αναχωρούντων Επιβατών (Σπατόσημο) απέφερε πόρους ικανούς να
χρηματοδοτήσουν σε ένα πρώτο στάδιο την αναβάθμιση των αεροδρομίων, που κατά
συνέπεια δεν περιελήφθησαν στο Β΄ΚΠΣ. Με εξαίρεση τη σημαντική ενίσχυση που
παρέχει το Ταμείο Συνοχής για τον νέο αερολιμένα στα Σπάτα, οι λοιπές
παρεμβάσεις είναι μικρής εμβέλειας και περιφερειακού χαρακτήρα.
Παρότι οι σχετικοί πόροι είναι συγκριτικά μικροί,
σημαντική θεωρείται η παρέμβαση για την αναβάθμιση του Συστήματος Ελέγχου
Εναερίου Κυκλοφορίας. Η προμήθεια των προβλεπομένων ραντάρ και του συνοδευτικού
λογισμικού, εφόσον ολοκληρωθεί έγκαιρα, θα επιφέρει τον πλήρη εκσυγχρονισμό του
συστήματος και την κάλυψη των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας.
Στο τομέα των Αστικών Μεταφορών, πέραν του
περιφερειακού δακτυλίου της Αθήνας που προαναφέραμε, ως κύριος στόχος τέθηκε:
η ολοκλήρωση της κατασκευής των δύο νέων γραμμών
του Μετρό της Αθήνας που είχαν ήδη αρχίσει με το Α΄ ΚΠΣ,
και η κατασκευή της πρώτης γραμμής του Μετρό της
Θεσσαλονίκης.
Με εξαίρεση το τελευταίο τμήμα της γραμμής
Πεντάγωνο-Κεραμεικός, το προγραμματισμένο φυσικό αντικείμενο του Μετρό της
Αθήνας, (καθώς και ορισμένες πρόσθετες επεκτάσεις) θα ολοκληρωθεί με το Β΄ ΚΠΣ.
Αντίθετα, δεν έχει αρχίσει ακόμα η κατασκευή του Μετρό της Θεσσαλονίκης και το
πιθανότερο είναι ότι το έργο θα υλοποιηθεί εκτός των χρονικών ορίων του
προγράμματος.
Οι κύριες αδυναμίες που διαπιστώθηκαν κατά την
υλοποίηση των μεγάλων έργων του τομέα μεταφορών αποδίδονται τόσο στον αρχικό
σχεδιασμό όσο και στους μηχανισμούς εφαρμογής τους. Η μη έγκαιρη έναρξη των
μελετών, απαλλοτριώσεων και γενικά η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των
προκαταρκτικών σταδίων ωρίμανσης των έργων, που από τη μέχρι τώρα εμπειρία
συχνά υπερβαίνουν την τετραετία, σε συνδυασμό με την ανετοιμότητα τόσο των
επιχειρήσεων του κατασκευαστικού κλάδου, όσο και των εποπτικών μηχανισμών των
αρμοδίων φορέων, αποτέλεσαν τα κύρια αίτια του προβλήματος. Οι αυστηρότερες
προδιαγραφές που εφαρμόστηκαν μετά απο συμφωνία των Εθνικών και Κοινοτικών
αρχών (π.χ. περιβαλλοντικές μελέτες, έλεγχος ποιότητας, απόρριψη υπερβολικών
εκπτώσεων) και ο τριπλασιασμός των διατιθέμενων πόρων, μετέβαλε την κλίμακα της
προσπάθειας μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της αδυναμίας ολοκλήρωσης της
υποδομής μεταφορών από την ανεπάρκεια των πόρων στην ανεπάρκεια των μηχανισμών
σχεδιασμού - εφαρμογής.
Η πλήρης αναγνώριση των αδυναμιών αυτών έχει ήδη
οδηγήσει στην υιοθέτηση σειράς θεσμικών και άλλων οργανωτικών μέτρων για τον
εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση του όλου φάσματος της παραγωγής δημοσίων έργων στη
χώρα. Τέθηκαν σε λειτουργία θεσμοί υποστήριξης των αρμόδιων δημοσίων υπηρεσιών
με εξωτερικούς συμβούλους (project managers, construction managers, τεχνικούς και χρηματοπιστωτικούς συμβούλους) και δημιουργήθηκαν
νέοι ευέλικτοι φορείς και υπηρεσίες (πχ Εγνατία ΑΕ, ΕΡΓΟΣΕ ΑΕ, ΕΥΔΕ-ΠΑΘΕ, Μικτή
Επιτροπή Καθοδήγησης για τα Δημόσια Έργα-ΜΕΚ).
Ενας άλλος βασικός στόχος, ειδικότερα του
προγράμματος Οδικών Αξόνων ήταν η αξιοποίηση συστημάτων αυτοχρηματοδότησης με
την προσέλκυση ιδιωτών επενδυτών μέσω συμβάσεων παραχώρησης της εκμετάλλευσης
(σύστημα BOT). Ο στόχος αυτός υπακούει στη
γενικότερη τάση της μείωσης του ρόλου του κράτους από εκείνον του παραγωγού
αγαθών και υπηρεσιών σε εκείνον του ρυθμιστή, που χαράσσει την πολιτική και
διασφαλίζει την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών μέσω της συνεργασίας ιδιωτικών και
δημόσιων φορέων σε ένα ανώτερο επίπεδο οικονομικής αποτελεσματικότητας.Το Β΄ΚΠΣ
προέβλεπε στον τομέα των μεταφορών συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων περίπου ενός
τρισ. δρχ. Οι μέχρι σήμερα κινητοποιηθέντες ιδιωτικοί πόροι είναι περίπου 830
δισ. δρχ. (συμπεριλαμβανομένου του Αεροδρομίου των Σπάτων). Η -σχετικά μικρή-
απόκλιση οφείλεται στο ότι δεν κατέστη εως τώρα δυνατή η κινητοποίηση ιδιωτικών
πόρων στους άξονες ΠΑΘΕ και Εγνατία. Αυτό θα αποτελέσει μια σημαντική πρόκληση
για τη νέα προγραμματική περίοδο.
Η πιο πάνω παρουσίαση των στόχων και αποτελεσμάτων
του Β΄ ΚΠΣ αναδεικνύει ότι ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια απαιτείται και από το Γ΄
ΚΠΣ για την κάλυψη των τεθέντων στόχων. Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις, η
ολοκλήρωση των ενταγμένων στο Β΄ ΚΠΣ έργων και η ανάπτυξη των αναγκαίων
λειτουργικών συμπληρώσεών τους θα απαιτήσει πόρους που προσεγγίζουν εκείνους
που διατέθηκαν στο Β΄ΚΠΣ. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι τα περιθώρια για επέκταση
σε νέους στόχους είναι περιορισμένα. Τα περιθώρια αυτά μπορoύν να αυξηθούν σημαντικά μέσα από μια συστηματική
προσπάθεια ενίσχυσης της δημόσιας δαπάνης με ιδιωτικούς επενδυτικούς πόρους.
Στη διαμόρφωση της στρατηγικής και των
προτεραιοτήτων για τις μεταφορές στο Γ’ ΚΠΣ, αναμένεται να συμβάλλουν
αποφασιστικά και οι εξελίξεις που σημειώθηκαν ή απέκτησαν πρόσθετη βαρύτητα
στην περίοδο που ακολούθησε την κατάρτιση του Β΄ΚΠΣ.
Επιγραμματικά, οι εξελίξεις αυτές σχετίζονται
κυρίως με τις διαρθρωτικής φύσεως μεταβολές που σημειώθηκαν στο διεθνή και
εθνικό χώρο, τις τεχνολογικές εξελίξεις, την αυξημένη ευαισθητοποίηση για
θέματα περιβάλλοντος, εξοικονόμησης ενέργειας, περιορισμού των ατυχημάτων,
καθώς και με έκτατα γεγονότα που δημιουργούν πρόσθετες ανάγκες.
Ειδικότερα οι εξελίξεις αυτές αφορούν:
Τις πολιτικές για τον τομέα των μεταφορών που
υιοθετούνται στο επίπεδο της ΕΕ και ιδίως οι διαρθρωτικές μεταβολές που
σημειώνονται (π.χ. απελευθέρωση των αγορών, αυτοχρηματοδότηση και διαδικασίες
κατασκευής δημόσιων έργων) καθώς και η ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων
μεταφορών:
Η απελευθέρωση της αγοράς των μεταφορών, που
χαρακτηρίζεται από έντονες μονοπωλιακές δομές, επιφέρει ριζικές μεταβολές στην
πολιτική που ακολουθείτο μέχρι σήμερα. Το κέντρο βάρους της πολιτικής που
ρύθμιζε την οργάνωση και λειτουργία της αγοράς, μετατοπίζεται από την προσφορά
(κράτος) στη ζήτηση (δυνάμεις της αγοράς). Η απελευθέρωση επιφέρει περιορισμό
των προνομίων και ενισχύσεων που απολάμβαναν μέχρι τώρα οι δημόσιοι φορείς
μεταφορών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι εν λόγω φορείς ιδιωτικοποιούνται.
Παράλληλα δημιουργούνται συνθήκες για την άσκηση του υγιούς ανταγωνισμού και
τον περιορισμό των αρνητικών συνεπειών της πολιτικής αυτής (π.χ. με την εξασφάλιση
της παροχής ενός ελάχιστου επιπέδου κοινωνικών υπηρεσιών και της αναγκαίας
κοινής χρήσεως υποδομής - καθολική υπηρεσία).
Στο περιβάλλον αυτό, η αυτοχρηματοδότηση της
δημόσιας υποδομής μέσω της εξασφάλισης της συμμετοχής ιδιωτικών πόρων στην
κατασκευή δημόσιων έργων, καθίσταται ολοένα και επιτακτικότερη τόσο για την
αύξηση των πόρων που διατίθενται για το σκοπό αυτό, όσο και για τη βελτίωση της
αποτελεσματικότητας του όλου πλέγματος της παραγωγής δημόσιων έργων.
Τέλος, επισημαίνεται η ωρίμανση των συνθηκών και η
λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων και μέτρων από την ΕΕ για την προώθηση των
διευρωπαϊκών και πανευρωπαϊκών δικτύων.
Τη διεύρυνση της ΕΕ , το άνοιγμα των αγορών της
Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης και κυρίως της Βαλκανικής και των Παρευξείνιων
χωρών στις οποίες παρατηρείται ήδη σημαντική δραστηριοποίηση των ελληνικών
επιχειρήσεωνν καθώς και το άνοιγμα της ΕΕ για συνεργασίες στη Μεσόγειο και Μέση
Ανατολή. Δημιουργούνται έτσι νέοι προσανατολισμοί μεταφορικών αναγκών και νέες
δυνατότητες αξιοποίησης της γεωγραφικής θέσης της Ελλάδας.
Τις πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος,
την εξοικονόμηση ενέργειας και την περιφερειακή πολιτική που επηρεάζουν άμεσα
τις μεταφορές. Με τη συνεχώς αυξανόμενη σημασία της περιβαλλοντικής διάστασης
επέρχονται σημαντικές μεταβολές στο σχεδιασμό των μεταφορών. Αν και η
εξασφάλιση των συνθηκών που θα επιτρέψουν τη “βιώσιμη” ανάπτυξη επηρεάζει όλους
τους τομείς, εντούτοις, για τον τομέα των μεταφορών που έχει σημαντική επίδραση
στο περιβάλλον, η διάσταση αυτή είναι καθοριστική. Αυτό είναι ήδη ορατό με τις
απαιτήσεις για τις περιβαλλοντικές μελέτες των έργων υποδομής, με την ενίσχυση
των μέσων που ρυπαίνουν λιγότερο το περιβάλλον (π.χ. σιδηρόδρομος και άλλα μέσα
μαζικής μεταφοράς) και με τον καθορισμό ορίων στην εκπομπή ρύπων. Η σχετική
πίεση αναμένεται να γίνει πιο έντονη στο άμεσο μέλλον, όπως π.χ. με τους
αυστηρότερους όρους που προωθούνται για τη βελτίωση τόσο της απόδοσης των
οχημάτων, όσο και της ποιότητας των χρησιμοποιούμενων καυσίμων.
Τις τεχνολογικές εξελίξεις που αφορούν τόσο την
παραγωγή των έργων υποδομής, όσο και την παραγωγή/προμήθεια των μεταφορικών
μέσων (π.χ. νέοι τύποι αεροσκαφών, πλοίων, τραίνων υψηλών ταχυτήτων,
συνδυασμένες μεταφορές), οι οποίες με τη σειρά καθιστούν αναγκαία νέες
απαιτήσεις υποδομής. Πέρα τούτου, οι μεταφορές επηρεάζονται από τις εξελίξεις
που σημειώνονται στις τεχνολογίες της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών.
Την Ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Η
ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, σε συνδυασμό με τις δυσχερείς
κυκλοφοριακές συνθήκες της πρωτεύουσας και τη λειτουργία του νέου αεροδρομίου
στα Σπάτα, σίγουρα δημιουργούν ανάγκες για μείζονες παρεμβάσεις στο σύστημα των
αστικών και περιαστικών μεταφορών της πρωτεύουσας.
Τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που επιβάλλονται
από τη λειτουργία της ΟΝΕ, οι οποίοι μειώνουν τη δυνατότητα επιδοματικών και
σωστικών παρεμβάσεων του κρατικού προϋπολογισμού για συγκοινωνιακούς φορείς
ώστε να τίθεται συνεπώς θέμα για άμεσες επενδυτικές και οργανωτικές
πρωτοβουλίες που θα οδηγούν στην εξυγίανση τους.
Με βάση την προηγηθείσα ανάλυση προκρίνονται οι
εξής κύριοι στόχοι για την προγραμματική περίοδο 2000-2006:
Η αποπεράτωση και λειτουργική ενσωμάτωση στην
αναπτυξιακή διαδικασία των δικτύων και κόμβων που εκτελούνται αλλά δεν θα
ολοκληρωθούν με το Β΄ΚΠΣ.
Η διασύνδεση των μεταφορικών δικτύων και κόμβων με
τα μείζονα πολεοδομικά συγκροτήματα, τους πόλους οικονομικής ανάπτυξης και τις
πύλες εισόδου στη χώρα.
Η ενίσχυση των συνδυασμένων μεταφορών σε συνάρτηση
με την προαγωγή των μοναδοποιημένων φορτίων και της συμπληρωματικότητας των επι
μέρους υποσυστημάτων μεταφορών.
Η ποσοτική και ποιοτική βελτίωση των μέσων μαζικής
μεταφοράς στα μεγάλα αστικά κέντρα, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη καθώς
και η ενσωμάτωση στο σχεδιασμό των χωροταξικών επιπτώσεων στον αστικό και
περιαστικό ιστό των μεγάλων έργων και των Ολυμπιακών αγώνων.
Η ενίσχυση των σιδηροδρομικών μεταφορών με ρυθμούς
που να προηγούνται της εκδηλούμενης ζήτησης με στόχο την προσέλκυση μεταφορικού
έργου από το οδικό δίκτυο.
Η βελτίωση των προσβάσεων από και προς τη Δυτική
Ελλάδα.
Η ουσιώδης βελτίωση του επιπέδου υπηρεσιών που
προσφέρουν οι κόμβοι επιβίβασης επιβατών και φόρτωσης εμπορευμάτων.
Στρατηγική και Κύριες Δράσεις για το Γ΄ΚΠΣ
Για την επίτευξη των πιο πάνω στόχων απαιτείται η συγκέντρωση
των πόρων σε περιορισμένο αριθμό παρεμβάσεων αποδίδοντας πρώτη προτεραιότητα
στην ολοκλήρωση των υπό εκτέλεση μεγάλων έργων του Β΄ ΚΠΣ και στη
συμπληρωματική τους ενίσχυση με τις απαραίτητες συνδέσεις και εξοπλισμούς, ώστε
να επιτευχθεί η πλήρης αξιοποίηση τους και η μεγιστοποίηση του αναπτυξιακού
τους αποτελέσματος.
Απαιτείται προσπάθεια μεγιστοποίησης της
προσέλκυσης ιδιωτικών επενδυτικών πόρων προκειμένου να διευρυνθούν οι
δυνατότητες βελτίωσης της βασικής υποδομής και να ενισχυθεί η οικονομική τους
αποτελεσματικότητα τόσο κατά τη φάση κατασκευής όσο και λειτουργίας.
Για κάθε πρόσθετο έργο κυρίως στο οδικό δίκτυο
πρέπει να προηγείται η εκτίμηση χωροταξικών επιπτώσεων και η τεχνικοοικονομική
μελέτη σκοπιμότητας από τις οποίες να προκύπτουν συμπεράσματα κόστους-οφέλους
με βάση τις προβλέψεις κυκλοφοριακού φόρτου. Η διαστασιολόγηση του έργου και οι
επακόλουθες τεχνικές μελέτες πρέπει να βασίζονται στα συμπεράσματα αυτά.
Για τα έργα που δεν θα λειτουργούν με βάση
συμβάσεις παραχώρησης οι αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις
δημοσιονομικές συνέπειες και οργανωτικές προϋποθέσεις λειτουργίας και
συντήρησης των έργων και των αναγκαίων μέτρων αποφυγής ατυχημάτων.
Στα πλαίσια των στρατηγικών αυτών προτεραιοτήτων,
προτείνονται οι ακόλουθες κύριες δράσεις:
Η ολοκλήρωση του ΠΑΘΕ με την αποπεράτωση όλων των
τμημάτων μεταξύ Κορίνθου και Ευζώνων και κυρίως εκείνων της Κακιάς Σκάλας,
Κορίνθου-Πατρών, Αγ. Κωνσταντίνου-Καμένων Βούρλων, Ζεύξης Μαλιακού, διέλευση
Τεμπών, Πλαταμώνα-Σκοτίνα, Θεσσαλονίκη-Εύζωνοι.
Η ολοκλήρωση της Δυτικής και Ανατολικής Εγνατίας
και η κατασκευή ή αναβάθμιση όλων των καθέτων αξόνων που προβλέπονται στο
Β΄ΚΠΣ, την Κοινοτική Πρωτοβουλία Interreg και τις διακρατικές συμφωνίες.
Η ολοκλήρωση της Ζεύξης Ρίου-Αντιρρίου, του
περιφερειακού δακτυλίου της Αθήνας (Αττική Οδός), του άξονα Τρίπολη-Καλαμάτα,
του Βόρειου Άξονα Κρήτης .
Η κατασκευή του άξονα Αντιρρίου-Ιωαννίνων και η
σύνδεση του με την Εγνατία.
Η αναβάθμιση των κύριων διαπεριφερειακών αξόνων
της Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδας, με έμφαση στην εξασφάλιση ασφαλών συνθηκών
κυκλοφορίας στο συνδετήριο δίκτυο προς τους προαναφερθέντες βασικούς άξονες.
Η αποπεράτωση και ο εφοδιασμός με τον απαραίτητο
μηχανολογικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό των λιμένων που αποτελούν διεθνείς πύλες
της χώρας και διακινούν σημαντικά εμπορικά φορτία. Επίσης η δημιουργία
κατάλληλων προσβάσεων στους λιμένες αυτούς.
Η ολοκλήρωση της διπλής σιδηροδρομικής γραμμής
υψηλών ταχυτήτων Αθηνών-Θεσσαλονίκης-Ειδομένης, η ηλεκτροκίνησή της και η
ολοκλήρωση της γραμμής Ελευσίνας-Κορίνθου, του συγκροτήματος του Θριασίου
πεδίου και των συνδέσεων με τον εμπορικό λιμένα του Ν.Ικονίου.
Η ανακατασκευή ή αναβάθμιση των κύριων επιβατικών
σιδηροδρομικών σταθμών που εντάσσονται στους ανωτέρω άξονες.
Η παροχή ενισχύσεων στον ΟΣΕ για τον εκσυγχρονισμό
του τροχαίου υλικού ώστε να εξασφαλίζεται η αξιοποίηση των νέων υποδομών, στο
βαθμό που οι ενισχύσεις αυτές εναρμονίζονται με το κοινοτικό δίκαιο για την
απελευθέρωση των σιδηροδρομικών υπηρεσιών.
Η ανάπτυξη του περιαστικού σιδηροδρομικού δικτύου
επιτυγχάνοντας συμπληρωματικότητα με τα λοιπά μέσα μεταφοράς και εξασφαλίζοντας
τις αναγκαίες διασυνδέσεις με τους κύριους κόμβους μετεπιβίβασης.
Η βελτίωση και αναβάθμιση της γραμμής
Κορίνθου-Πατρών και η σύνδεση με το νέο λιμένα Πατρών. Περιορισμένος βαθμός
παρεμβάσεων στούς λοιπούς μείζονες σιδηροδρομικούς άξονες, με έμφαση στην
αναβάθμιση των διεθνών συνδέσεων του δικτύου.
Η αναβάθμιση και επέκταση του νέου Αεροδρομίου
Μακεδονία στη Θεσσαλονίκη και η αύξηση της χωρητικότητας και των συνθηκών
ασφαλείας στο Αεροδρόμιο Ηρακλείου.
Η ολοκλήρωση της πρώτης γραμμής του Μετρό στη
Θεσσαλονίκη και η σταδιακή και ιεραρχημένη επέκταση του δικτύου στην Αθήνα στα
πλαίσια του μακροπρόθεσμου σχεδιασμού των μέσων σταθερής τροχιάς. Η προώθηση
της αντιρρυπαντικής τεχνολογίας στα αστικά μέσα μαζικής μεταφοράς.
Η ανάπτυξη εμπορευματικών κέντρων παροχής
υπηρεσιών διαμετακόμισης, συσκευασίας, αποθήκευσης κλπ σε κομβικά σημεία ικανά
να αξιοποιήσουν την ανάπτυξη των συνδυασμένων μεταφορών.
Ο εφοδιασμός με τον κατάλληλο εξοπλισμό των
αρμοδίων αρχών για την αστυνόμευση των αυτοκινητοδρόμων, την αντιμετώπιση των
ατυχημάτων και την ενημέρωση των χρηστών.
Ενέργεια: Ηλεκτρισμός - Φυσικό Αέριο
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ΚΠΣ
Τα κύρια προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα κατά
το σχεδιασμό του Β΄ΚΠΣ στο τομέα της ενέργειας ήταν :
η γεωγραφική συγκέντρωση των μονάδων
ηλεκτροπαραγωγής στα μεγάλα λιγνιτικά κέντρα, που βρίσκονται όμως σε μεγάλη
απόσταση από τα κύρια κέντρα κατανάλωσης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σημαντικές
απώλειες μεταφοράς και αστάθεια στο δίκτυο,
η οριακή κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών σε
ηλεκτρική ενέργεια από το υφιστάμενο παραγωγικό δυναμικό της ΔΕΗ και η
μονοδιάστατη εξάρτηση από το λιγνίτη,
η υψηλή ενεργειακή ένταση (ενεργειακή κατανάλωση
ανά μονάδα ΑΕΠ), που υπερβαίνει σημαντικά το μέσο όρο της ΕΕ και βαίνει
αυξανόμενη,
ο χαμηλός βαθμός αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών
ενέργειας παρά το υφιστάμενο δυναμικό,
το υψηλό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας
στον μη διασυνδεδεμένο με το κεντρικό δίκτυο νησιωτικό χώρο και ιδιαίτερα στη
Κρήτη,
η σημαντική περιβαλλοντική επιβάρυνση που
προκαλείται από την καύση λιγνίτη σε παλαιάς τεχνολογίας μονάδες
ηλεκτροπαραγωγής,
η μονοδιάστατη εξάρτηση από το πετρέλαιο για την
κάλυψη των οικιακών και βιομηχανικών ενεργειακών αναγκών πέραν του ηλεκτρισμού.
Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις το Β΄ΚΠΣ έθεσε
τους ακόλουθους στόχους:
Την αύξηση της εγχώριας ικανότητας παραγωγής
ηλεκτρικής ενέργειας με καύση λιγνίτη και φυσικού αερίου, με ταυτόχρονη
βελτίωση της γεωγραφικής κατανομής του παραγωγικού δυναμικού. Ο στόχος αυτός
εξυπηρετείται με την κατασκευή του νέου λιγνιτικού ατμοηλεκτρικού σταθμού Αγίου
Δημητρίου, με ένα νέο ατμοηλεκτρικό σταθμό φυσικού αερίου στο Λαύριο και με το
σταθμό συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου στη Κομοτηνή.
Την ενίσχυση της μεγαλύτερης διείσδυσης των
ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ενεργειακό σύστημα της χώρας με την παροχή
κινήτρων για ιδιωτικές επενδύσεις σε αιολικά συστήματα, γεωθερμία, μικρούς
υδροηλεκτρικούς σταθμούς και συστήματα αξιοποίησης της βιομάζας.
Την ορθολογικότερη χρήση της ενέργειας με την
παροχή κινήτρων στη βιομηχανία και το τριτογενή τομέα για ιδιωτικές επενδύσεις
εξοικονόμησης ενέργειας.
Την ενίσχυση των ερευνητικών προγραμμάτων του ΚΑΠΕ
και του ΙΓΜΕ για την ανάδειξη νέων και εναλλακτικών ενεργειακών πηγών
Με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Φυσικού Αερίου
προωθείται:
Η κατασκευή του βασικού αγωγού και των σχετικών
εγκαταστάσεων για τη μεταφορά του ρωσικού αερίου από τα ελληνοβουλγαρικά
σύνορα.
Η κατασκευή των εγκαταστάσεων για την υποδοχή
υγροποιημένου ΦΑ από την Αλγερία στη Ρεβυθούσα.
Η ανάπτυξη των δικτύων μέσης πίεσης ΦΑ σε πόλεις
όπως η Θεσσαλονίκη, η Λάρισα, σε βιομηχανικές περιοχές όπως το Θριάσιο Πεδίο
και σε μεγάλες μονάδες όπως η ΕΚΟ στη Θεσ/νίκη κά.
Η κατασκευή των δικτύων χαμηλής πίεσης για τη
διανομή του ΦΑ κυρίως για οικιακή και εμπορική χρήση στη περιοχή της
Θεσσαλονίκης, στη Θεσσαλία (Λάρισα, Βόλος) και την Αττική.
Οι ατμοηλεκτρικοί σταθμοί του Αγ.Δημητρίου και του
Λαυρίου έχουν ουσιαστικά αποπερατωθεί, ενώ η καθυστερημένη έναρξη του έργου της
Κομοτηνής τοποθετεί την έναρξη λειτουργίας του μετά το πέρας του παρόντος
προγράμματος. Σε συνδυασμό με το υπόλοιπο επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ και με
άλλες συναφείς δράσεις όπως το Interreg Καλώδιο
Ελλάδας - Ιταλίας που προβλέπει την υποθαλάσσια διασύνδεση με την Ιταλία για τη
μεταφορά ηλεκτρικού ρεύματος, κατά την έναρξη του Γ΄ΚΠΣ ο στόχος της επάρκειας
και ασφάλειας σε ηλεκτρική ενέργεια φαίνεται να επιτυγχάνεται.
Μεγαλύτερη βραδύτητα παρατηρείται σε σχέση με τους
στόχους που αφορούν στη διαφοροποίηση των ενεργειακών πηγών και στην
εξοικονόμηση ενέργειας. Σημαντικός χρόνος απαιτήθηκε για τη δημιουργία ενός
ελκυστικού για ιδιωτικές επενδύσεις θεσμικού περιβάλλοντος και για την
ευαισθητοποίηση και παρακίνηση του ιδιωτικού τομέα για την αξιοποίηση των
παρεχομένων κινήτρων. Κατά το τελευταίο έτος οι προσπάθειες έφεραν αποτέλεσμα
και υπάρχει πλέον ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών επενδύσεων υπό υλοποίηση ή
αξιολόγηση στους τομείς αυτούς. Όμως τόσο η αρχική καθυστέρηση, όσο και οι
σχετικώς περιορισμένοι διαθέσιμοι πόροι δεν θα επιτρέψουν τελικά την κάλυψη
παρά μέρους μόνο των αρχικών ποσοτικών στόχων για εξοικονόμηση ενέργειας και
για υποκατάσταση συμβατικών ενεργειακών πηγών από Ανανεώσιμες Πηγές.
Με το πέρας του Β΄ΚΠΣ αναμένεται η πλήρης κάλυψη
των στόχων του Προγράμματος Φυσικού Αερίου με εξαίρεση την ανάπτυξη ορισμένων
δικτύων χαμηλής πίεσης όπου προβλέπεται η συμμετοχή ιδιωτικών επενδυτικών
κεφαλαίων. Η αρχική καθυστέρηση
στην επίλυση θεσμικών προβλημάτων για τη
λειτουργία των μικτών επιχειρήσεων εκμετάλλευσης και παροχής ΦΑ και την
καταβολή των σχετικών κινήτρων μεταθέτουν την επίτευξη των σχετικών στόχων κατά
μία διετία περίπου μετά το πέρας του παρόντος προγράμματος.
Ο Τομέας της ενέργειας, στις αρχές της νέας
χιλιετηρίδας αναμένεται να επηρεασθεί από τους ακόλουθους παράγοντες:
Την παγκοσμιοποίηση των αγορών που εντείνει τον
ανταγωνισμό σε τομείς που έως τώρα λειτουργούσαν ως “φυσικά μονοπώλια”. Στα
πλαίσια της ΕΕ η πολιτική αυτή εφαρμόζεται με τις οδηγίες για την απελευθέρωση
της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και με την προώθηση των
διευρωπαϊκών δικτύων για την ανάπτυξη διεθνών ενεργειακών διασυνδέσεων.
Την αύξηση της περιβαλλοντικής ευαισθησίας που
έχει οδηγήσει στην ανάληψη διεθνών σχετικών δεσμεύσεων. Οι περιβαλλοντικοί όροι
για τη μείωση των εκπομπών αερίων ρύπων καθίστανται διαρκώς αυστηρότεροι. Η
χώρα μας έχει αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις στη διάσκεψη του Κιότο που
επηρεάζουν κυρίως τον ενεργειακό τομέα, δεδομένου ότι τίθεται ως στόχος ο
περιορισμός της αύξησης εκπομπών CO2 ως το
κυριότερο αέριο υπαίτιο για το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Την αξιοποίηση των εξελίξεων στη σύγχρονη
τεχνολογία όσον αφορά τις ΑΠΕ και τη συμπαραγωγή ενέργειας-θερμότητας.
Τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή
και την ανάπτυξη διεθνών ενεργειακών δικτύων στην Αν. Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και
τις Παρευξείνιες Δημοκρατίες.
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω το Υπ.Ανάπτυξης
εξέδωσε (3/7/98) τις “Κατευθύνσεις Ενεργειακής Πολιτικής” με χρονικό ορίζοντα
το 2020.Η εξασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, η ανταγωνιστική λειτουργία της
ενεργειακής αγοράς, η συνδρομή του τομέα στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής
οικονομίας, η προστασία του περιβάλλοντος, ο ρόλος της χώρας στο ενεργειακό
σύστημα της Ν.Α.Μεσογείου, των Βαλκανίων και των Παρευξείνιων χωρών συνθέτουν
τις μείζονες προτεραιότητες της ενεργειακής πολιτικής.
Με βάση τα επιτευγχθέντα αποτελέσματα ως προς τους
στόχους του Β΄ΚΠΣ και την ανάγκη ανταπόκρισης στις πιο πάνω νέες προκλήσεις,
αλλά λαμβάνοντας υπόψη και ότι η απελευθέρωση της ενεργειακής αγοράς θα
περιορίσει την δυνατότητα παροχής κρατικών ενισχύσεων για την αύξηση του
παραγωγικού δυναμικού της ΔΕΗ, προτείνονται οι ακόλουθοι κύριοι στόχοι για το
Γ΄ΚΠΣ:
Η προώθηση των διεθνών ενεργειακών διασυνδέσεων
της χώρας στον τομέα του ηλεκτρισμού, του φυσικού αερίου και του πετρελαίου και
η δημιουργία εναλλακτικών δυνατοτήτων προμήθειας.
Η εμμονή στο στόχο της επέκτασης της αξιοποίησης
των ΑΠΕ με τη κινητοποίηση ιδιωτικών πόρων.
Η εμμονή στο στόχο της μείωσης της ενεργειακής
έντασης με επενδύσεις εξοικονόμησης ενέργειας, τη μείωση των απωλειών των
δικτύων μεταφοράς και την επέκταση της συμπαραγωγής θερμότητας και ενέργειας.
Στην επέκταση της χρήσης του φυσικού αερίου σε όσο
το δυνατόν περισσότερες οικονομικές δραστηριότητες περιλαμβανομένων των αστικών
μεταφορών.
Ο σχεδιασμός ελκυστικών καθεστώτων κινήτρων σε
συνδυασμό με ένα φιλικό θεσμικό πλαίσιο για την πραγματοποίηση επενδύσεων του
ιδιωτικού τομέα στις ΑΠΕ, στην εξοικονόμηση ενέργειας, στη συμπαραγωγή
ενέργειας και θερμότητας και στην επέκταση των δικτύων και χρήσεων φυσικού
αερίου θα είναι η κεντρική στρατηγική του επόμενου προγράμματος.
Με τον ίδιο στόχο προβλέπεται η ενίσχυση πιλοτικών
και επιδεικτικών δράσεων για τη διάδοση νέων τεχνολογιών στον ενεργειακό τομέα.
Προβλέπεται η ενίσχυση ειδικών υποδομών μεταφοράς
και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας όπως η διασύνδεση των νησιών, οι υπογειώσεις
δικτύων για λόγους ασφαλείας και αισθητικής, οι επεκτάσεις του δικτύου σε
απομονωμένες περιοχές.
Για την ομαλή μετάβαση στην απελευθερωμένη αγορά
ενέργειας προβλέπεται η ενίσχυση της οργάνωσης και αρχικής λειτουργίας των νέων
ρυθμιστικών και διαχειριστικών φορέων που θα δημιουργηθούν για την εποπτεία και
λειτουργία του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας.
Ως μεγάλο έργο στα πλαίσια των διευρωπαϊκών
δικτύων ενέργειας προβλέπεται η κατασκευή του πετρελαιακού αγωγού
Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη.
Αντίστοιχες επενδύσεις αναμένεται να γίνουν και
για την διασφάλιση νέων πηγών φυσικού αερίου. Προωθείται η δια αγωγού σύνδεση
με την Ιταλία, η ανάπτυξη πρόσθετων εγκαταστάσεων για υγροποιημένο αέριο, η
επέκταση δικτύων μεταφοράς και διανομής φυσικού αερίου σε νέες περιοχές, η
δημιουργία κατάλληλης υποδομής για τη διεύρυνση των χρήσεων φυσικού αερίου.
Σημαντική προσπάθεια απαιτείται επίσης για τη
συμμόρφωση των ελληνικών διυλιστηρίων με τις νέες περιβαλλοντικές προδιαγραφές
για καύσιμα και λιπαντικά καθώς και για την αναβάθμιση των συνθηκών ασφαλούς
λειτουργίας των εγκαταστάσεων.
Επικοινωνίες: Τηλεπικοινωνίες -
Ταχυδρομεία
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ΚΠΣ
Ο εκσυγχρονισμός του τηλεπικοινωνιακού συστήματος
της χώρας εξαρτάται περισσότερο από την πορεία υλοποίησης του γενικού
αναπτυξιακού προγράμματος του ΟΤΕ και των προγραμμάτων των άλλων φορέων που
δραστηριοποιούνται στο χώρο (π.χ. Panafon, Stet), και
λιγότερο από την πορεία υλοποίησης των δράσεων που έχουν ενταχθεί στο
Επιχειρησιακό Πρόγραμμα των τηλεπικοινωνιών. Ο κύριος λόγος γι’ αυτό, είναι το
συγκριτικά - με το συνολικό πρόγραμμα- μικρό μέγεθος των δράσεων που έχουν
ενταχθεί στο ΕΠ. Αυτό ισχύει παρά το γεγονός ότι οι δράσεις αυτές εστιάζονται
σε θέματα αιχμής για τον εκσυγχρονισμό του τηλεπικοινωνιακού συστήματος της
χώρας.
Ως αποτέλεσμα του συνολικού αυτού προγράμματος
κατά τα τελευταία χρόνια επήλθε μια θεαματική βελτίωση των τηλεπικοινωνιακών
δεικτών όπως ο αριθμός τηλεφωνικών συνδέσεων, η ψηφιακοποίηση του δικτύου, η
εισαγωγή του ISDN, η μείωση
του χρόνου αναμονής για νέες συνδέσεις, η μείωση της συχνότητας των βλαβών κοκ.
Στο χώρο της κινητής τηλεφωνίας σε διάστημα πέντε
ετών οι χρήστες ξεπέρασαν τις 1.100 χιλιάδες και οι επενδύσεις τα 320 εκατ.δρχ.
ενώ στον τομέα των υπηρεσιών προστιθεμένης αξίας, μεταφοράς δεδομένων και
πρόσβασης στο Internet, όπου η
αγορά έχει απελευθερωθεί, λειτουργούν άνω των 70 επιχειρήσεων.
Σε θεσμικό επίπεδο η Ελλάδα έχει προσαρμοσθεί σε
σημαντικό βαθμό στα όσα προβλέπονται στις Κοινοτικές Οδηγίες και έχει ιδρύσει
την ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή η οποία εποπτεύει τη λειτουργία της αγοράς και
εξασφαλίζει τις συνθήκες του υγιούς ανταγωνισμού. Παρά τις πιθανές αποκλίσεις
που μπορεί να υπάρχουν μεταξύ της θεσμικής προσαρμογής και της υλοποίησης των
όσων προβλέπονται σ’ αυτή, είναι σαφές ότι η κατάσταση έχει αλλάξει. Επίσης η
επιτυχής σταδιακή μετοχοποίηση του ΟΤΕ μέσω του χρηματιστηρίου εισάγει
αυστηρότερα κριτήρια αποτελεσματικότητας στη διαχείριση του Οργανισμού.
Παρά την ικανοποιητική πιο πάνω εικόνα, το επίπεδο
εξυπηρέτησης που απολαμβάνουν οι Ελληνες χρήστες υστερεί σε σύγκριση με εκείνο
που απολαμβάνουν οι χρήστες των άλλων χωρών μελών της ΕΕ. Για προηγμένες
τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες σε μια οικονομία συγκριτικά χαμηλού επιπέδου
ανάπτυξης όπως η ελληνική, η προσφορά γενικά θα έπρεπε να προηγείται της
ζήτησης. Συμβαίνει όμως το αντίστροφο και η προσφορά σε ορισμένους τομείς
εξακολουθεί να υπολείπεται της ζήτησης. Η υστέρηση αυτή επηρεάζει αρνητικά την
ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, τις προοπτικές συμμετοχής στη
παγκόσμια κοινωνία της πληροφορίας, την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων για παραγωγικές
επενδύσεις, την περιφερειακή ανάπτυξη και γενικά την ποιότητα ζωής των ελλήνων
πολιτών.
Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό, οι ειδικότεροι
στόχοι που υιοθετούνται στο Β΄ΚΠΣ είναι:
η μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων της
τηλεπικοινωνιακής υποδομής,
η εναρμόνιση του εθνικού θεσμικού και οργανωτικού
πλαισίου με την κοινοτική νομοθεσία,
ο εκσυγχρονισμός των τηλεπικοινωνιακών υποδομών με
κύριο άξονα την ψηφιακοποίηση του δικτύου,
η αναβάθμιση και επέκταση των δικτύων προηγμένων
τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών,
η επαγγελματική κατάρτιση σε νέες τεχνολογίες και
μεθόδους διαχείρισης.
Σε μεγάλο βαθμό όλοι οι ανωτέρω στόχοι
υλοποιούνται ομαλά και με ρυθμούς που επιτρέπουν την εκτίμηση της ολοκλήρωσης
του προγραμματισμένου φυσικού αντικειμένου κατά το πέρας του προγράμματος.
Εξαίρεση αποτελεί η πορεία του υποπρογράμματος των νέων προηγμένων
τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπου η καθυστέρηση οφείλεται στην έλλειψη
εμπειρίας για τον έγκαιρο σχεδιασμό και εξειδίκευση των δράσεων και στις
καθυστερήσεις στις διαδικασίες προμήθειας του αναγκαίου υλικού. Παρά ταύτα
ακόμα και εάν ολοκληρωθεί πλήρως το προγραμματισμένο φυσικό αντικείμενο οι
γενικότεροι στόχοι του Β΄ΚΠΣ παραμένουν επίκαιροι και σήμερα.
Η ποιότητα της παρεχόμενης ταχυδρομικής
εξυπηρέτησης στην Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί, τόσο σε σύγκριση με εκείνη που
απολαμβάνουν οι χρήστες στα άλλα Κράτη Μέλη της ΕΕ, όσο και με το ελάχιστο
επιθυμητό επίπεδο. Η μη ικανοποιητική ταχυδρομική εξυπηρέτηση δημιουργεί
προβλήματα όχι μόνο στους χρήστες, αλλά και στα ίδια τα ΕΛΤΑ. Για την αντιμετώπιση
της κατάστασης αυτής οι χρήστες στρέφονται όλο και περισσότερο στην αναζήτηση
νέων εναλλακτικών μορφών επικοινωνίας ή και νέων πιο αποτελεσματικών φορέων που
εξειδικεύονται στην παροχή συγκεκριμένων ταχυδρομικών υπηρεσιών. Αυτό ισχύει
ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις, που δημιουργούν και τον κύριο όγκο του
ταχυδρομικού έργου. Για τα ΕΛΤΑ η εξέλιξη αυτή έχει ως συνέπεια όχι μόνο τη
συρρίκνωση του ήδη περιορισμένου -για το μέγεθος και το επίπεδο ανάπτυξης της
χώρας- αριθμού ταχυδρομικών αντικειμένων, αλλά και το σταδιακό περιορισμό της
διακίνησης των πλέον κερδοφόρων από αυτά. Ο περιορισμός αυτός, σε συνδυασμό και
με την υποχρέωση για την παροχή της “καθολικής υπηρεσίας”, περιορίζει τα έσοδα
και αυξάνει το έλλειμμα των ΕΛΤΑ.
Η καθυστέρηση εκσυγχρονισμού και εξυγίανσης των
ΕΛΤΑ θεωρείται ως η κύρια αιτία για την κατάσταση αυτή. Λειτούργησε ανασταλτικά
στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών, στη στροφή προς νέες
δραστηριότητες -ανάλογες προς αυτές που ανέπτυξαν τα ταχυδρομεία των άλλων χωρών-
και στην αξιοποίηση των, έστω και περιορισμένων, πόρων που διατέθηκαν για τα
ταχυδρομεία από το Β΄ΚΠΣ.
Οι ειδικότεροι στόχοι που υιοθετούνται στο Β΄ΚΠΣ
είναι η υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου επενδυτικού προγράμματος για τα ΕΛΤΑ,
βάσει ενός επιχειρηματικού σχεδίου, με σκοπό τη συνολική βελτίωση και επέκταση
των παρεχομένων υπηρεσιών στα πλαίσια ενός νέου κανονιστικού πλαισίου της
ταχυδρομικής αγοράς. Πιο συγκεκριμένα προβλέπονται πόροι για τον οργανωτικό
εκσυγχρονισμό των ΕΛΤΑ, την ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων, την ανάπτυξη
υποδομών (οχήματα διανομής, αυτόματα συστήματα διαλογής κλπ) και την εκπαίδευση
του προσωπικού.
Μέχρι τα τέλη του 1997 δεν είχε ουσιαστικά αρχίσει
η εφαρμογή του προγράμματος, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση για σημαντική
μείωση των πόρων του προγράμματος, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικά αυξημένες
ανάγκες άλλων τομέων. Ακόμα και άν η υλοποίηση προχωρήσει στο εξής ομαλά, τα
νέα πληροφοριακά συστήματα και μέρος των προγραμματισμένων έργων υποδομής δεν
προβλέπεται να ολοκληρωθούν μέχρι το πέρας του προγράμματος.
Η ανάγκη προσαρμογής στη σχετική με τις
τηλεπικοινωνίες πολιτική της ΕΕ και ειδικότερα με την απελευθέρωση της αγοράς τηλεπικοινωνιών
και την ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων, αποτελεί σημαντικό προσδιοριστικό
παράγοντα για την ανάπτυξη του κλάδου στη χώρα.
Η απελευθέρωση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών που
προωθείται από την ΕΕ έχει ήδη οδηγήσει σε αναμόρφωση του παραδοσιακού θεσμικού
και οργανωτικού πλαισίου, σε διεθνοποίηση και ένταση του ανταγωνισμού -που
καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη ρυθμιστικών αρχών-, σε μείωση των τιμολογίων, σε
ιδιωτικοποιήσεις, σε στρατηγικές συμμαχίες και εξαγορές/συγχωνεύσεις. Στην
πολιτική αυτή υπάρχει σαφής πρόνοια για την παροχή ενός ελάχιστου αριθμού
υπηρεσιών σε όλους τους κατοίκους σε προσιτές τιμές.
Με την ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων
τηλεπικοινωνιών δίνεται η ευκαιρία για την πλήρη εναρμόνιση και ενσωμάτωση του
ελληνικού τηλεπικοινωνιακού συστήματος σ’αυτά. Η ενίσχυση της ΕΕ για πιλοτικές
εφαρμογές αποβλέπει στην εξασφάλιση της -από τεχνικής σκοπιάς- διασύνδεσης (interconnectivity) των δικτύων και της διαλειτουργικότητας (interoperability) των εφαρμογών σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.
Οι εξελίξεις στην ψηφιακή τεχνολογία, -που
οδήγησαν στη σταδιακή σύγκλιση των τηλεπικοινωνιών, της τηλεματικής και των
οπτικοακουστικών μέσων-, καθιστούν ήδη δυνατή την επεξεργασία, αποθήκευση,
ανάκτηση και διακίνηση της πληροφορίας, όποια μορφή και αν έχει αυτή
-προφορική, γραπτή (κείμενο και δεδομένα), οπτική (εικόνα και video)-, ανεξάρτητα από την απόσταση, το χρόνο και τον όγκο
των διακινούμενων πληροφοριών.
Η διείσδυση των ασύρματων κινητών επικοινωνιών και
η ανάπτυξη δορυφορικών συστημάτων προσωπικής επικοινωνίας οδηγούν στην
παγκοσμιοποίηση της τηλεπικοινωνιακής αγοράς με την πλήρη έννοια του όρου.
Η σύγκλιση αυτή στον ενιαίο κλάδο των τεχνολογιών
της πληροφορίας, έχει ήδη αλλάξει τον παραδοσιακό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής
και διανομής των αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και της καθημερινής ζωής των
πολιτών.
Η διαμόρφωση των στόχων για τις τηλεπικοινωνίες
στην περίοδο 2000 - 2006 οριοθετείται από τις Κοινοτικές πολιτικές, τις
τεχνολογικές αλλά και άλλες εξελίξεις που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια, από
την αυξανόμενη σημασία των τηλεπικοινωνιών και της τηλεματικής στην
κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και φυσικά από τις επενδύσεις -συμπεριλαμβανομένων
εκείνων εκτός του ΕΠ “Τηλεπικοινωνίες”- που έγιναν στον τομέα στην περίοδο
1994-1999.
Για την επόμενη προγραμματική περίοδο κύριοι
στόχοι είναι:
η ολοκλήρωση της εναρμόνισης του θεσμικού πλαισίου
με το αντίστοιχο Κοινοτικό,
η περαιτέρω ανάπτυξη των δικτυακών υποδομών, με
έμφαση στις υποδομές που θα επιτρέπουν την παροχή νέων multimedia υπηρεσιών ευρείας ζώνης,
η ανάπτυξη υποδομών σε γεωγραφικές περιοχές με
ιδιαίτερη εθνική και κοινωνική σημασία (νησιά, ορεινές και απομονωμένες
περιοχές),
η ανάπτυξη διεθνών δικτύων, διασυνδέσεων και
συνεργασιών με τις γειτονικές χώρες,
η διασφάλιση της ανάπτυξης των υποδομών για την
εξυπηρέτηση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004,
η ανάπτυξη των υποδομών που επιτρέπει στο κράτος
να ασκήσει το ρυθμιστικό και ελεγκτικό του ρόλο, και
η παροχή των μέσων για την απρόσκοπτη μετάβαση
στην «Κοινωνία των Πληροφοριών».
Ο εκσυγχρονισμός των ΕΛΤΑ αποτελεί προϋπόθεση για
τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς τους και την προσαρμογή τους στα νέα
δεδομένα που δημιουργούν τόσο οι εξελίξεις στην τεχνολογία των τηλεπικοινωνιών
και της τηλεματικής όσο και το νέο πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον, στο οποίο εκ
των πραγμάτων δραστηριοποιούνται και τα ΕΛΤΑ. Οι εξελίξεις αυτές σχετίζονται
με:
Την τάση συρρίκνωσης των παραδοσιακών μορφών
ταχυδρομικών υπηρεσιών και την υποκατάστασή τους με νέες (π.χ.
τηλεπικοινωνιακές, ταχυμεταφορές). Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται διεθνώς η
τάση υποκατάστασης των ταχυδρομικών υπηρεσιών απλού επιστολικού ταχυδρομείου
από αντίστοιχης μορφής τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες.
Τη χρήση και εφαρμογή προηγμένων τεχνολογιών και
τηλεματικής. Οι νέες τεχνολογίες αποτελούν βασικό παράγοντα, που αναμένεται να
επηρεάσουν, τόσο τις παρεχόμενες υπηρεσίες, όσο και την ανακατανομή και
καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Για τις νέες τεχνολογίες
παρατηρείται ειδικότερα ότι η αξιοποίησή τους αυξάνει την απόδοση των
συστημάτων διαχείρισης και παραγωγής των ταχυδρομείων, ενώ παράλληλα δημιουργεί
τις προϋποθέσεις για μια σειρά καινοτομικών υπηρεσιών και εφαρμογών.
Την προσαρμογή στις σχετικές Κοινοτικές Οδηγίες.
Με την απελευθέρωση της αγοράς που προωθείται από την ΕΕ, ο ανταγωνισμός -που υφίσταται
ήδη ο ΕΛΤΑ στην παροχή των νέων και κερδοφόρων υπηρεσιών από τη δραστηριοποίηση
νέων και ευέλικτων επιχειρήσεων στο χώρο-, αναμένεται να ενταθεί.
Την υποχρέωση για την παροχή υπηρεσιών σε όλους
τους κατοίκους σε προσιτές τιμές. Η υποχρέωση αυτή προϋποθέτει διαφάνεια και
λειτουργία ρυθμιστικών οργάνων για την εξασφάλιση των συνθηκών ανταγωνισμού.
Οι στόχοι για τα ΕΛΤΑ κατά την επόμενη
προγραμματική περίοδο παραμένουν σε μεγάλο βαθμό όμοιοι με αυτούς που έθεσε το
Β΄ΚΠΣ.
Ενώ μέχρι το τέλος του 2000 -και ειδικότερα για το
τμήμα της αγοράς τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που καλύπτεται από τον ΟΤΕ- η
έμφαση της αναπτυξιακής προσπάθειας θα είναι στην ψηφιακοποίηση και γενικά τον
εκσυγχρονισμό της υποδομής που εξυπηρετεί τη βασική τηλεφωνία, οι προοπτικές
που διαγράφονται για τις τηλεπικοινωνίες στην περίοδο μετά το 2000 θα επιφέρουν
τη μετατόπιση στους τομείς πρόσβασης και παροχής νέων υπηρεσιών, καθώς και στις
δράσεις υποστήριξης της δημιουργίας των νέων υποδομών.
Στο Γ΄ΚΠΣ προτείνεται να ενταχθούν αποκλειστικά οι
δράσεις που δεν κρίνονται αποδοτικές με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια ή οι
μακροχρονίου αποδόσεως δράσεις που δεν προωθούνται κατά προτεραιότητα από τις
επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών, αλλά που το κράτος κρίνει σκόπιμο να επιταχύνει
στο πλαίσιο της πολιτικής παροχής καθολικής υπηρεσίας και ίσων ευκαιριών
πρόσβασης στη κοινωνία της πληροφορίας. Προτείνονται επίσης πιλοτικές και
επιδεικτικού χαρακτήρα δράσεις προώθησης νέων τεχνολογιών και εφαρμογών,
δράσεις που αφορούν στην υποστήριξη του ρυθμιστικού και εποπτικού ρόλου του
κράτους και η εκπαίδευση προσωπικού.
Με αυτά τα κριτήρια προτείνονται:
Η ανάπτυξη δικτύων ευρείας ζώνης σε απομακρυσμένες
περιοχές, η οποία θα καταστήσει δυνατή την παροχή προηγμένων υπηρεσιών
τηλεματικής ακόμη και σε περιοχές της χώρας που θα παρέμεναν εκτός επενδυτικών
επιλογών με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Η διασφάλιση της ταχείας ανάπτυξης υποδομών
παροχής υπηρεσιών ευρείας ζώνης (δίκτυα ΑΤΜ και οπτικές ίνες στο συνδρομητικό
δίκτυο), που σε μεγάλο βαθμό αποτελούν επέκταση των αντίστοιχων δράσεων του
Β΄ΚΠΣ (προηγμένες υπηρεσίες), με έμφαση σε εκείνες που αφορούν στον
εκσυγχρονισμό του αστικού δικτύου και στις υποδομές για τους Ολυμπιακούς
Αγώνες.
Συμμετοχή στα πανευρωπαϊκά και διακρατικά δίκτυα
ευρείας ζώνης.
Η παροχή κινήτρων ανάπτυξης νέων πιλοτικών
τεχνολογιών, εφαρμογών και προτύπων.
Εκπαίδευση του στελεχιακού δυναμικού τόσο των
φορέων που εμπλέκονται στην παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όσο και των
χρηστών των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
Ενίσχυση του εκσυγχρονισμού της τηλεπικοινωνιακής
υποδομής της Δημόσιας Διοίκησης.
Δημιουργία κέντρου ελέγχου ραδιοεκπομπών και
πάρκων κεραιών ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών.
Στα ΕΛΤΑ προέχει η ολοκλήρωση των δράσεων του
Β΄ΚΠΣ κυρίως όσον αφορά στα πληροφοριακά συστήματα, την αυτοματοποίηση των
κέντρων διαλογής και τον εξορθολογισμό του συστήματος ταχυδρομικής διανομής
στις απομακρυσμένες ορεινές και νησιωτικές περιοχές.
Παραγωγικοί Τομείς:
Γεωργία, Μεταποίηση -Υπηρεσίες, Τουρισμός, Ερευνα & Τεχνολογία
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ ΚΠΣ
Ο αγροτικός τομέας, απασχολώντας το 20,4% του
συνολικού οικονομικού ενεργού πληθυσμού (έναντι 5-6% στην Ε.Ε) και συμβάλλοντας
με 12-13% (έναντι 2-3% στην Ε.Ε) στο ΑΕΠ της χώρας, έχει μια ιδιαίτερη σημασία
για την ελληνική οικονομία σε σύγκριση με τις άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ. Ιδίως
στις περιοχές όπου δεν υπάρχουν μεγάλα αστικά κέντρα ο τομέας αυτός παραμένει
κυρίαρχος με ποσοστά μέχρι και 50% στο ΑΕΠ και στην απασχόληση. Πέραν της
σημασίας των δεδομένων αυτών, ο αγροτικός τομέας υποστηρίζει ένα ευρύ φάσμα
δραστηριοτήτων και έναν εκτεταμένο κοινωνικό-οικονομικό ιστό που βρίσκεται
εγκατεστημένος στην ύπαιθρο. Έτσι ο αγροτικός τομέας αποτελεί το μοχλό για
οποιαδήποτε προσπάθεια περιφερειακής ανάπτυξης στο μεγαλύτερο μέρος του
ελλαδικού χώρου.
Η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής στη χώρα
μας σε εισοδηματικούς, συναλλαγματικούς και δημοσιονομικούς όρους, είχε έντονα
θετικές επιπτώσεις, Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χρηματικές μεταβιβάσεις από το
Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων , τμήμα Εγγυήσεων της ΕΕ για τη
στήριξη των ελληνικών προϊόντων, συμβάλλουν κατά 40-45% στο καθαρό γεωργικό
εισόδημα. Το αγροτικό εισόδημα ανά μονάδα εργασίας πλήρους απασχόλησης αυξήθηκε
με γοργούς ρυθμούς στη δεκαετία του 1980 ενώ εμφανίζει τάσεις σταθεροποίησης
στη δεκαετία του 1990.
Τα δεδομένα αυτά συμβαδίζουν με μία χρόνια
στασιμότητα του τομέα ενώ οι διαρθρωτικές του αδυναμίες δεν έχουν μέχρι σήμερα
αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά παρά τις προσπάθειες που έγιναν. Το μέσο φυσικό
μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων παραμένει σχεδόν σταθερό περίπου στο 1/4
του μέσου κοινοτικού όρου. Η ελληνική γεωργία δεν έχει καταφέρει παρά
ανεπαίσθητα μόνο να βελτιώσει την προστιθέμενη αξία της και συνεπώς να
συμβάλλει στη παραπέρα αύξηση του πλούτου της χώρας.
Αν και δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία των
σημαντικών παραγωγικών επενδύσεων και των υποδομών που έχουν εκτελεστεί μέχρι
σήμερα στον αγροτικό χώρο (π.χ. αύξηση των αρδευόμενων εκτάσεων κατά 45%, των
ελκυστήρων κατά 60%, πολλαπλασιασμός και εκσυγχρονισμός των εγκαταστάσεων
πρώτης μεταποίησης) το πρόβλημα της φθίνουσας ανταγωνιστικότητας των αγροτικών
προϊόντων παραμένει έντονο.
Η προσέγγιση του προβλήματος της
ανταγωνιστικότητας αναδεικνύει την κρισιμότητα όχι μόνο του κόστους της παραγωγής,
αλλά και της εμπορίας, της ποιότητας, της κατάλληλης οργάνωσης της προσφοράς
και της ομαλής διακίνησης των αγροτικών προϊόντων. Η χώρα δεν έχει αξιοποίησει
τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα στην παραγωγή φρούτων και λαχανικών εκτός
εποχής και δεν έχει οργανώσει ικανοποιητικά της συνθήκες τυποποίησης, μεταφοράς
και εμπορίας, ιδιαίτερα των ευπαθών προϊόντων φυτικής παραγωγής. Η αύξηση της
ζήτησης προϊόντων ζωικής παραγωγής είναι σημαντικά υψηλότερη από την αύξηση της
παραγωγής και ο όγκος εισαγωγών έχει αυξηθεί σε βαθμό που η αξία τους
αντιστοιχεί περίπου στο μισό της αξίας της συνολικής εγχώριας
παραγωγής.Εξακολουθεί δε να παραμένει ακόμη σε δυσμενή αναλογία η σχέση μεταξύ
ζωϊκής και φυτικής παραγωγής.
Οι ιδιωτικές επενδύσεις στην πρωτογενή παραγωγή
παραμένουν σήμερα σε χαμηλά επίπεδα. Μέχρι πρόσφατα οι επενδύσεις αυτές
εξυπηρέτησαν κυρίως την αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και της
αποδοτικότητάς τους και την υποκατάσταση, μέσω της εκμηχάνισης, εργατικών
χεριών. Αυτού του είδους η ανάπτυξη έφτασε στα όριά της και αυτός είναι και o βασικός λόγος που οι σχετικές επενδύσεις εμφανίζουν
στασιμότητα.
Πέραν των ανωτέρω, το δημογραφικό πρόβλημα της
γήρανσης του αγροτικού πληθυσμού παραμένει σοβαρό και έχει ιδιαίτερη βαρύτητα
για ένα μεγάλο μέρος της ορεινής και νησιωτικής Ελλάδας.
Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και η μη αειφόρος
χρήση των φυσικών πόρων παραμένει πρόβλημα σε έξαρση. Η διάβρωση και η
υφαλμύρωση των εδαφών, η εγκατάλειψη καλλιεργειών, η μη ορθολογική διαχείριση
των υδάτινων πόρων, η μη ορθολογική χρήση των λιπασμάτων και γεωργικών φαρμάκων
καθώς και οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν τους κύριους παράγοντες που συμβάλλουν
στην υποβάθμιση του περιβάλλοντας υποθηκεύοντας τη γεωργική παραγωγική βάση της
χώρας και το οικολογικό μέλλον του τόπου.
Όλες οι πιέσεις του διεθνούς ανταγωνισμού που έχει
αρχίσει τα τελευταία χρόνια να υφίσταται ο αγροτικός τομέας της χώρας έχουν ως
αποτέλεσμα τη συνεχή χειροτέρευση του επιπέδου των πραγματικών τιμών παραγωγού
με μείωση 3-5% ετησίως, ανάλογα με τα προϊόντα. Αλλά και η στήριξη που παρέχει
η ΚΑΠ είναι άνισα κατανεμημένη. Υπάρχουν κλάδοι παραγωγής, όπου οι επιδοτήσεις
καλύπτουν τα 2/3 της τιμής του προϊόντος και άλλοι με ελάχιστη ή και μηδενική
επιδότηση. Τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά στη στήριξη της ΚΑΠ αποσπούν οι πιο
εύφορες αγροτικές περιοχές, όπως αυτές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας ενώ
λιγότερο ευνοημένες είναι η Ηπειρος, τα Νησιά του Αιγαίου κ.ά.
Κύριοι στόχοι του Β΄ΚΠΣ για τη γεωργία είναι η
βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της γεωργίας με παρεμβάσεις στο επίπεδο της
παραγωγής καθώς και της εμπορίας και της μεταποίησης, ο εκσυγχρονισμός των
γεωργικών διαρθρώσεων συμπεριλαμβανομένης της υποδομής και των βασικών
εξοπλισμών, η αγροτική ανάπτυξη με την αναζωογόνηση των αγροτικών περιοχών και
τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας και της
αξιοποίησης των φυσικών πόρων, του περιβάλλοντος και του ενδογενούς δυναμικού.
Οι ειδικότερες παρεμβάσεις του Επιχειρησιακού Προγράμματος για τη Γεωργία
προβλέπουν:
τη χορήγηση ενισχύσεων για επενδύσεις βελτίωσης
των γεωργικών εκμεταλλεύσεων,
τη χορήγηση ενισχύσεων για την εγκατάσταση νέων
γεωργών,
άλλα μέτρα εκσυγχρονισμού (τήρηση γεωργικής
λογιστικής, ενίσχυση Ομάδων Παραγωγών, τεχνικές υπηρεσίες),
τη χορήγηση ετήσιας εξισωτικής αποζημίωσης για την
αντιστάθμιση του μειωμένου εισοδήματος των γεωργών των ορεινών και μειονεκτικών
περιοχών,
τη χορήγηση ενισχύσεων για επενδύσεις παραγωγής
ζωοτροφών και βελτίωσης βοσκοτόπων,
τη χορήγηση ενισχύσεων για επενδύσεις
εκσυγχρονισμού μονάδων μεταποίησης, τυποποίησης και εμπορίας γεωργικών και
δασικών προϊόντων,
δράσεις για τον έλεγχο του πολλαπλασιαστικού
υλικού, μεθόδους καταπολέμησης ασθενειών, γενετικής βελτίωσης του ζωικού
κεφαλαίου, κ.ά.,
την κατασκευή συλλογικών εγγειοβελτιωτικών έργων
για τη συγκράτηση και αξιοποίηση των επιφανειακών υδάτων,
δράσεις για την προώθηση των εξαγωγών,
την ανάπτυξη και προστασία των δασών,
τη χρηματοδότηση και προστασία της γεωργικής
έρευνας, την εκπαίδευση και ενημέρωση των αγροτών, τη στήριξη των υπηρεσιών
γεωργικών εφαρμογών.
Τόσο από πλευράς χρηματοοικονομικής εξέλιξης όσο
και από πλευράς υλοποίησης του προγραμματισθέντος φυσικού αντικειμένου η
πρόοδος είναι ικανοποιητική και αναμένεται η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων
πιστώσεων με το πέρας του προγράμματος.
Στην πραγματικότητα η αρχική κατανομή πόρων του
Β΄ΚΠΣ για το Πρόγραμμα ήταν μικρότερη των αναγκών με αποτέλεσμα οι διαθέσιμοι
πόροι για ορισμένες δράσεις, κυρίως αυτές των επενδυτικών ενισχύσεων, να μην
επαρκούν για την κάλυψη της ζήτησης. Το πρόβλημα αυτό αντιμετωπίσθηκε μερικώς
με πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής Παρακολούθησης του ΚΠΣ με την οποία
μεταφέρθηκαν σημαντικοί πόροι υπέρ του προγράμματος γεωργίας.
Σε σχέση με τους τεθέντες στόχους είναι ακόμα
πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των επιμέρους
παρεμβάσεων. Σε πολλές περιπτώσεις πρόκειται για εφαρμογή Κανονισμών της ΕΕ και
για συνεχιζόμενη πολιτική από το Α΄ΚΠΣ. Δύσκολα πάντως μπορεί να αμφισβητηθεί η
σαφής βελτίωση του παγίου κεφαλαίου στις εκμεταλλεύσεις, στις μεταποιητικές
μονάδες, καθώς και οι θετικές επιπτώσεις των παρεμβάσεων σις έγγειες
βελτιώσεις, τα δάση κ.ο.κ. Προβληματισμό δημιουργεί η διασπορά των διαθέσιμων
πόρων σε ένα μάλλον υπερβολικό πλήθος δράσεων, η περιορισμένη αποκέντρωση του
σχεδιασμού, η μικρή συμμετοχή των τοπικών φορέων και η υστέρηση σε
υποστηρικτικούς θεσμούς και υπηρεσίες για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων
που προσφέρονται. Σημειώνεται τέλος, ότι ένα μέρος των πόρων αφορά
εισοδηματικές ενισχύσεις και όχι άμεσα το σχηματισμό παγίου κεφαλαίου ή τη
προώθηση της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τον αλιευτικό τομέα, παρά
τη μικρή του συμμετοχή στο ΑΕΠ (της τάξης του 3%), πρέπει να τονιστεί η
ιδιαίτερη σημασία του για το νησιωτικό και παράκτιο χώρο. Μέσω του Β’ ΚΠΣ
αναμένεται σε σημαντικό βαθμό η ικανοποίηση των προγραμματικών στόχων, οι
οποίοι ήταν:
η βελτίωση της ποιότητας και ανταγωνιστικότητας
των αλιευτικών προϊόντων
η αύξηση της παραγωγής ειδών εμπορικής αξίας
η ενίσχυση του δικτύου υποδομών και στήριξης του
τομέα
η ορθολογική διαχείριση των αλιευτικών πόρων και
των υδάτινων οικοσυστημάτων
η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του αλιευτικού
στόλου.
Νέες Προκλήσεις - Στόχοι
Από την αρχή της δεκαετίας του ΄90, ο ελληνικός
αγροτικός τομέας άρχισε να επηρεάζεται αρνητικά από το διεθνές και ευρωπαϊκό
περιβάλλον λόγω της μεταρρύθμισης της ΚΑΠ και των περιορισμών που άρχισε να
εισάγει το 1988 με τις μέγιστες εγγυημένες ποσότητες και -από το 1992- με τη
μείωση τιμών στις αροτραίες καλλιέργειες, στο βοδινό κρέας και τη δραστική
περικοπή της ποσόστωσης στον καπνό. Αυτή η διαδικασία μεταρρύθμισης συνεχίζεται
εντεινόμενη μέχρι σήμερα. Οι τάσεις αυτές ενισχύονται και λόγω της εφαρμογής
της συμφωνίας της GATT (πλέον ΠΟΕ)
η οποία επιβάλλει σταδιακά τη μείωση της εξωτερικής προστασίας, τη μείωση των
επιδοτήσεων για εξαγωγές και τη μείωση της εσωτερικής στήριξης που παρέχει η
ΚΑΠ. Από σχετικές μελέτες για τις επιπτώσεις της GATT στην ελληνική γεωργία, προκύπτει ότι γενικά η κατάσταση
δεν χειροτερεύει για τα ελληνικά προϊόντα, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις.
Αυτό οφείλεται στο ότι η ΚΑΠ έχει ήδη ενσωματώσει τις δεσμεύσεις αυτές στα
εφαρμοζόμενα μέτρα. Τα προβλήματα φαίνεται ότι θα είναι μεγαλύτερα όχι τόσο
λόγω της GATT αλλά κυρίως
λόγω των Μεσογειακών Συμφωνιών με τρίτες μεσογειακές χώρες στην περίπτωση των
φρούτων και λαχανικών. Η εκτόπιση σημαντικού μέρους της εγχώριας παραγωγής από
την εσωτερική αγορά έχει ήδη αρχίσει να πραγματοποιείται.
Ενόψει α) του νέου γύρου διαπραγματεύσεων στο
πλαίσιο του (ΠΟΕ), β) της ανασυγκρότησης της γεωργίας στην Αν. Ευρώπη και της
διεύρυνσης της ΕΕ και γ) της αυξημένης έμφασης σε περιβαλλοντικά θέματα και
διασφάλισης της δημόσιας υγείας, καθίσταται φανερό ότι η ΕΕ θα προχωρήσει σε
περαιτέρω προσαρμογές της υφιστάμενης ΚΑΠ. Προς την κατεύθυνση αυτή κινούνται
οι προτάσεις της Αgenda 2000 για
την κοινοτική γεωργία:
θα επιδιωχθεί η ταχύτερη σύγκλιση των τιμών της
ΚΑΠ με τις διεθνείς τιμές,
η στήριξη θα πάρει τη μορφή άμεσων εισοδηματικών
ενισχύσεων για τους αγρότες που θα κριθεί απαραίτητο,
οι αυξήσεις της παραγωγικότητας λόγω τεχνολογικής
προόδου θα επιδιωχθεί να μην συνοδεύονται με αύξηση του όγκου της παραγωγής,
ενθαρρύνοντας τη μείωση της έντασης στη χρήση παραγωγικών συντελεστών,
θα δοθούν κίνητρα για εναλλακτική απασχόληση των
αγροτών στους τομείς της προστασίας περιβάλλοντος, της ανάδειξης πολιτιστικών
στοιχείων κοκ, επιδιώκοντας στόχους ολοκληρωμένης ανάπτυξης της υπαίθρου.
Με βάση τα παραπάνω, πέρα από τους περιορισμούς
στις τιμές και τις ποσότητες που θα συνεχιστούν, θα πρέπει να αναμένεται η
εφαρμογή μιας εντελώς διαφορετικής φιλοσοφίας στο σύστημα στήριξης της γεωργίας
που εγκαταλείπει σταδιακά την εντατικοποίηση η οποία ευνοούσε τις μεγαλύτερες
εκμεταλλεύσεις και την αύξηση του όγκου της παραγωγής.
Οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις στο γενετικό
υλικό, στις τεχνικές παραγωγής, στη συντήρηση και τυποποίηση των γεωργικών
προϊόντων, δημιουργούν νέες συνθήκες για τον διεθνή καταμερισμό της παραγωγής
και σοβαρούς κινδύνους απώλειας ανταγωνιστικότητας σε όσους αδυνατούν ή
καθυστερούν να τις ενσωματώσουν. Παράλληλα όμως διογκώνεται και ένα κίνημα
καταναλωτών που αμφισβητούν τις μακροχρόνιες συνέπειες αυτών των τεχνολογικών
εξελίξεων στην υγεία και το οικοσύστημα και αναζητούν τη διατήρηση “φυσικών”
διαδικασιών παραγωγής, παραδοσιακού γενετικού υλικού κλπ. Η αντίπαλη αυτή
εξέλιξη προσφέρει μεγάλες δυνατότητες στην Ελλάδα διείσδυσης σε μικρές
εκλεκτικές αγορές με μια στρατηγική ποιότητας, παραδοσιακότητας και ανάδειξης
του οικολογικού χαρακτήρα των προϊόντων της.
Η διεύρυνση της ευρωπαϊκής αγοράς με τις υπό
ένταξη χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης θα επενεργήσει θετικά στις
ελληνικές εξαγωγές προσφέροντας αυξημένες δυνατότητες τόσο λόγω της μείωσης της
προστασίας όσο και λόγω της αύξησης του βιοτικού επιπέδου στις χώρες αυτές.
Παράλληλα η διεκδίκηση εκ μέρους τους ανάλογου βαθμού στήριξης από την ΚΑΠ
πιθανώς να περιορίσει τους διαθέσιμους πόρους για τους 15 και συνεπώς και για
την Ελλάδα.
Όμως εκτός από τους πιο πάνω εξωγενείς παράγοντες
νέες προκλήσεις δημιουργούνται από την ανάγκη αντιμετώπισης μιας σειράς
δυσμενών εσωτερικών εξελίξεων. Για παράδειγμα σε μερικές περιοχές της χώρας το
πρόβλημα της υφαλμύρωσης έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε ο κίνδυνος μόνιμης
υποβάθμισης μέρους του παραγωγικού εδάφους της χώρας είναι άμεσος. Επίσης σε
ένα τμήμα της ορεινής και της νησιωτικής Ελλάδας την εγκατάλειψη της γεωργικής
δραστηριότητας ακολούθησε η οικολογική υποβάθμιση και η αποδιάρθρωση του
κοινωνικού ιστού σε βαθμό που πλησιάζει μη αναστρέψιμα επίπεδα.
Ανάλογης σημασίας ζητήματα, για τα οποία
απαιτείται συστηματική αντιμετώπιση είναι τα φαινόμενα υπεραλίευσης σε
ορισμένες θαλάσσιες περιοχές καθώς και ο πλημμελής έλεγχος αλιευτικών μεθόδων,
με προφανείς κινδύνους για την προοπτική ανάπτυξης του κλάδου. Δεδομένου δε οτι
διαπιστώνεται μια τάση εντατικότερης εκμετάλλευσης των ελληνικών θαλασσών και
αποχώρηση απο τις μακρινές θάλασσες, γίνεται φανερή η αυξημένη σπουδαιότητα που
αποκτά η προσπάθεια διατήρησης της καλής κατάστασης και της αειφορίας των
ελληνικών υδάτινων οικοσυστημάτων (εσωτερικών και θαλάσσιων). Αυτή η καλή
κατάσταση θα εξασφαλίσει την ποσότητα, την ποιότητα και την υγιεινότητα της
παραγωγής, χάρη στην οποία απολαμβάνει προτίμησης στην εγχώρια αγορά και έχει
καταλάβει καλή θέση στις εξαγωγικές αγορές.
Παράλληλα αναγνωρίζεται η σημασία που έχει για τα
μικρότερα νησιά η ανάπτυξη δραστηριοτήτων σχετικών με τον αλιευτικό τομέα
προκειμένου να στηριχθεί μια παραγωγική βάση που θα συμπληρώνει την, κατά
τεκμήριο μικρής διάρκειας τουριστική περίοδο.
Τέλος ο χαμηλός βαθμός αυτοοργάνωσης της τοπικής
κοινωνίας, ο διοικητικός συγκεντρωτισμός στη διαχείριση των διαρθρωτικών μέτρων
και η εκτεταμένη έλλειψη ενός επαρκούς δικτύου ενημέρωσης και παροχής συμβουλών
προς τους αγρότες έχουν μειώσει την αξιοποίηση τόσο της νεοαποκτηθείσας
υποδομής, όσο και των νέων ευκαιριών που διαμορφώνονται.
Στόχοι της πολιτικής για τον αγροτικό τομέα κατά
τη προσεχή προγραμματική περίοδο είναι:
η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής
γεωργίας ενόψει των προκλήσεων ενός συνεχώς ανταγωνιστικότερου διεθνούς
περιβάλλοντος,
η βιώσιμη και ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου
για την αποκατάσταση της διαταραγμένης κοινωνικής και περιβαλλοντικής ισορροπίας,
η εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και προστασίας
για όλο τον αγροτικό πληθυσμό.
Στον αλιευτικό τομέα ειδικότερα οι στόχοι μπορούν
να συνοψιστούν στους άξονες ανταγωνιστικότητα-ποιότητα-προστασία των αλιευτικών
πόρων- στήριξη του αντίστοιχου νησιωτικού και ηπειρωτικού χώρου.
Η στρατηγική και οι ειδικότερες δράσεις για την
προσέγγισή τους με το Γ΄ΚΠΣ διατυπώνονται στα επόμενα.
Το Γ΄ΚΠΣ πρέπει να διευκολύνει και να υποστηρίζει
τις διαρθρωτικές αλλαγές που απαιτεί η υπό διαμόρφωση νέα ΚΑΠ και παράλληλα να
αποτελεί ένα σημαντικό μέσο για την ανάπτυξη της υπαίθρου. Όπως και τα
προηγούμενα, έτσι και το νέο ΚΠΣ θα περιλαμβάνει τις κλασσικές, οριζόντιες
δράσεις χρηματοδοτικών ενισχύσεων που αποτελούν συνέχεια των μέχρι σήμερα
διαρθρωτικών κανονισμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου (για τις περιοχές του
Στόχου 1 που εντάσσονται υποχρεωτικά στο ΚΠΣ). Όμως πέρα από τις δράσεις αυτές
θα πρέπει να απεικονίζει και μια εθνική στρατηγική προσαρμοσμένη στις
ιδιαίτερες ανάγκες και αδυναμίες της ελληνικής γεωργίας. Η έμφαση στην
ποιότητα, στη διαφοροποίηση της παραγωγής, στην ανασυγκρότηση των δομών
εμπορίας και τυποποίησης, στην εκπαίδευση και τεχνική υποστήριξη του ανθρώπινου
δυναμικού, στην προσέλκυση νέων αγροτών, στην ενίσχυση νέων συλλογικών μορφών
οργάνωσης των αγροτών, στη διευκόλυνση απόκτησης γεωργικής γης αποτελούν
κρίσιμες προϋποθέσεις για την προσέγγιση του στόχου της ανταγωνιστικότητας.
Για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου η παροχή
ουσιαστικής ενημέρωσης, τεχνικής υποστήριξης, εξειδικευμένων επενδυτικών
κινήτρων και υποδομών με στόχο την ανάπτυξη συμπληρωματικών ή εναλλακτικών
οικονομικών δραστηριοτήτων μέσα ή έξω από τη γεωργική εκμετάλλευση, στα πλαίσια
ενιαίων προγραμμάτων τοπικής ανάπτυξης με αποκεντρωμένες αρμοδιότητες
σχεδιασμού και διαχείρισης, αποτελούν το δεύτερο σκέλος της στρατηγικής του
Γ΄ΚΠΣ. Η αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων θα εξαρτηθεί και από την
ανάπτυξη κατάλληλων υποδομών άρσης της απομόνωσης μέσα από άλλα προγράμματα
(κυρίως τα ΠΕΠ), καθώς και από την πολιτική κοινωνικής προστασία -κυρίως μέσα
από την ασφάλιση του αγρότη- και αντιμετώπισης των καταστροφών, δράσεις που
κατά το πλείστον δεν είναι επιλέξιμες από τα διαρθρωτικά ταμεία, αλλά συνθέτουν
ένα πλέγμα προστασίας απολύτως απαραίτητο για την αύξηση της ελκυστικότητας του
αγροτικού τομέα.
Πέραν των οριζόντιων δράσεων εφαρμογής των μέχρι
σήμερα διαρθρωτικών κανονισμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου, οι πόροι του
Γ΄ΚΠΣ θα ενισχύσουν:
Δράσεις πιστοποίησης και ανάδειξης προϊόντων
ποιότητας, προϊόντων υγιεινής διατροφής, ονομασίας προελεύσεως, βιολογικής
καλλιέργειας κοκ. και την τοποθέτησή τους στις αγορές .
Δράσεις ενίσχυσης συλλογικών οργανωτικών σχημάτων
με έμφαση στις ομάδες παραγωγών, στη δημιουργία διεπαγγελματικών ενώσεων
παραγωγών-μεταποιητών-εμπόρων και στην ανασυγκρότηση των συνεταιρισμών σε υγιή
επιχειρηματική βάση.
Δράσεις αναβάθμισης του ανθρώπινου δυναμικού της
ελληνικής γεωργίας με την προσφορά ισχυρών κινήτρων προσέλκυσης νέων αγροτών,
και την ανασυγκρότηση σε αποκεντρωμένη βάση του δικτύου επαγγελματικής
κατάρτισης και συμβουλευτικής υποστήριξης των αγροτών.
Δράσεις ορθολογικής διαχείρισης των υδάτινων πόρων
για την αποτροπή της υπεράντλησης του υδροφόρου ορίζοντα και την εξοικονόμηση
ύδατος με τη μείωση της σπατάλης.
Δράσεις μείωσης του κόστους και αύξησης της
διαθεσιμότητας της γεωργικής γής ιδιαίτερα για νέους αγρότες και για πρότυπες
καλλιέργειες.
Δράσεις προώθησης της τοπικής πρωτοβουλίας για
ανάπτυξη δυνατοτήτων εναλλακτικής ή συμπληρωματικής απασχόλησης στα πρότυπα της
κοινοτικής πρωτοβουλίας LEADER.
Δράσεις ενίσχυσης της έρευνας και διάδοσης
βελτιωμένου και κατάλληλου για τις ελληνικές συνθήκες πολλαπλασιαστικού και
γενετικού υλικού, καταπολέμησης ασθενειών και εισαγωγής νέων καλλιεργητικών
μεθόδων.
Δράσεις ολοκληρωμένης διαχείρισης βοσκοτόπων και
προώθησης παραγωγής ζωοτροφών.
Δράσεις αναδάσωσης δασικών εκτάσεων, προστασίας
και ανάδειξης του δασικού πλούτου και ενσωμάτωσής του στα ολοκληρωμένα
προγράμματα ανάπτυξης εναλλακτικής απασχόλησης στην ύπαιθρο.
Για τον τομέα της αλιείας προβλέπονται :
Δράσεις εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης του
αλιευτικού στόλου, των μεθόδων αλιείας και των σχετικών κλαδικών υποδομών.
Δράσεις που αφορούν στην επέκταση και
εκσυγχρονισμό των υδατοκαλλιεργειών καθώς και στην παραγωγή νέων προϊόντων.
Δράσεις που αφορούν στη μεταποίηση και εμπορία των
αλιευτικών πόρων.
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ΚΠΣ
Κατά την περίοδο 1980-95 η ανταγωνιστικότητα της
ελληνικής βιομηχανίας μειώθηκε και παρατηρήθηκαν έντονα φαινόμενα
αποβιομηχάνισης της ελληνικής οικονομίας ανάλογα με αυτά που εμφανίστηκαν σε
πολλές άλλες χώρες. Η βιομηχανική παραγωγή και οι επενδύσεις στη μεταποίηση
εμφανίζουν στασιμότητα, το μερίδιο της βιομηχανίας στην ελληνική οικονομία
φθίνει, παρατηρούνται σημαντικές απώλειες εξαγωγικών μεριδίων (κυρίως στον
κλάδο ένδυσης-υπόδησης), καθώς και μεγάλη διείσδυση ξένων προϊόντων στην
ελληνική αγορά.
Επίσης η Ελλάδα έχει περιορισμένο εύρος
εξειδίκευσης κυρίως στα κλωστοϋφαντουργικά, την ένδυση-υπόδηση, τα τσιμέντα και
τα μεταλλικά προϊόντα, ενώ χαρακτηρίζεται από την παραγωγή προϊόντων χαμηλής
και μεσαίας τεχνολογίας.
Το προϊόν του μεταποιητικού τομέα, όπως τούτο
μετριέται με το δείκτη βιομηχανικής παραγωγής, παρέμεινε στάσιμο τα τελευταία 18
χρόνια. Το 1997 η αύξηση του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής σε σχέση με το 1980
ήταν μόλις 1,9% σε σχέση δε με το 1989 ήταν μειωμένος κατά 3,5%.
Σε όρους προστιθέμενης αξίας παρατηρείται σχετική
ανάκαμψη του ΑΕΠ της βιομηχανίας κατά το 1995, η οποία ενδυναμώνεται κυρίως το
1996 αλλά και το 1997.
Ο όγκος των επενδύσεων στη μεταποίηση την
τελευταία 20ετία είτε ήταν για σχετικά μακρά χρονικά διαστήματα σαφώς
χαμηλότερος από τα επίπεδα στα οποία είχε φθάσει στις αρχές της δεκαετίας του
70, είτε για ορισμένα χρόνια κυμαίνονταν γύρω από τα επίπεδα αυτά, χωρίς να τα
υπερβεί σημαντικά.
Οι ανεπαρκείς επιδόσεις στον τομέα των
βιομηχανικών επενδύσεων εδώ και πολλά χρόνια, φαίνεται (σύμφωνα με τα στοιχεία
των Εθνικών Λογαριασμών) να συνεχίστηκαν έως και το 1994. Έκτοτε καταγράφεται
ουσιαστική ανάκαμψη του ρυθμού βιομηχανικών επενδύσεων.
Η θετική αυτή εξέλιξη συνδέεται με τη διαδοχική
άρση των κυριότερων αιτίων που ευθύνονται για τις χαμηλές επιδόσεις της
μεταποίησης στο παρελθόν. Παράλληλα άνοιξε πλήρως η ελληνική αγορά σε σχέση με
τις λοιπές αγορές της ΕΕ με αποτέλεσμα την αύξηση του εσωτερικού ανταγωνισμού.
Οι πολύ μεγάλες αυτές μεταβολές που συντελέστηκαν μέσα σε σύντομο χρονικό
διάστημα έθεσαν σε κίνηση επώδυνες αλλά και δημιουργικές διαδικασίες
αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού στη μεταποίηση.
Μέχρι και το 1992 σχεδόν αποκλειστική πηγή
χρηματοδότησης των επενδύσεων στη μεταποίηση ήταν ο βραχυχρόνιος τραπεζικός
δανεισμός. Το 1993 για πρώτη φορά παρατηρήθηκε ουσιαστική αύξηση του μεριδίου
των μακροπρόθεσμων δανειακών κεφαλαίων ως πηγή χρηματοδότησης των επενδύσεων
παγίου κεφαλαίου στη μεταποίηση. Τα επόμενα χρόνια το μερίδιο των
μακροπρόθεσμων κεφαλαίων συνεχώς μειώνεται και αυξάνεται ουσιαστικά το μερίδιο
του υγιούς τρόπου χρηματοδότησης των νέων επενδύσεων, δηλαδή τα ίδια κεφάλαια,
Η αύξηση αυτή των ιδίων κεφαλαίων στη χρηματοδότηση οφείλεται στη βελτίωση της
κερδοφορίας της μεταποίησης, αποτελεί δε αξιόλογο παράγοντα εξυγίανσης της
χρηματοδοτικής κάλυψης των επενδύσεων.
Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι παρά τη μεγάλη πρόοδο
που συντελέστηκε από την άποψη της βελτίωσης της κερδοφορίας, 10 κλάδοι μεταξύ
των οποίων η κλωστοϋφαντουργία, τα ενδύματα και οι βασικές μεταλλουργικές
βιομηχανίες, είχαν χαμηλές αποδόσεις ενώ δύο κλάδοι (χαρτί και μεταλλικά
προϊόντα ) είχαν αρνητικές αποδόσεις. Οι κλάδοι αυτοί αποτελούν βασικές και
κρίσιμες συνιστώσες της βιομηχανικής δομής της χώρας τόσο από την άποψη του
αντικειμένου τους, όσο και από την άποψη της συμμετοχής τους στο συνολικό
μεταποιητικό προϊόν, πράγμα που υποδηλώνει ότι παραμένουν ακόμη πολλά να γίνουν
από την άποψη της αναδιάρθρωσης και της εξυγίανσης του τομέα της μεταποίησης.
Είναι όμως ιδιαίτερα ενθαρρυντικό και δηλωτικό της
αναδιάρθρωσης και της εξυγίανσης που συντελέστηκε τα τελευταία χρόνια ότι μετά
το 1991 ο λόγος κάλυψης των εισαγωγών μεταποιητικών προϊόντων από εξαγωγές έχει
αρχίσει εκ νέου να αυξάνει.
Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ο βαθμός
εξαγωγιμότητας (το ποσοστό δηλ. της συνολικής παραγωγής που εξάγεται) έτεινε τα
τελευταία χρόνια σε σημαντική αύξηση από 23% το 1991 σε 30% το 1996. Σε όλους
σχεδόν τους διψήφιους κλάδους της μεταποίησης, παρατηρείται σημαντική βελτίωση
ακόμα και σε κείνους που κατά τα άλλα παρουσιάζουν σοβαρά διαρθρωτικά
προβλήματα.
Η βιομηχανική αναδιάρθρωση όμως, η οποία βρίσκεται
σε εξέλιξη έχει πλήξει με ιδιαίτερη οξύτητα ορισμένες περιοχές, όπου χάθηκε σε
σύντομο χρονικό διάστημα σχετικά μεγάλος αριθμός θέσεων απασχόλησης. Πρόκειται
για μια ακόμη διάσταση του φαινομένου της όχι ισόρροπης κατανομής της
μεταποιητικής δραστηριότητος στο χώρο, το οποίο αποτελεί πηγή πολλών και
σοβαρών προβλημάτων. Ενδεικτικά αναφέρεται οτι περιφέρειες όπως η Πελοπόννησος
και η Ήπειρος ελάχιστο ύψος επενδύσεων προσέλκυσαν, παρά τους υφιστάμενους
αναπτυξιακούς νόμους και τις δράσεις του Επιχειρησιακού Προγράμματος
Βιομηχανίας.
Η ριζική αναθεώρηση της βιομηχανικής στρατηγικής
αποτέλεσε κεντρικό στόχο του Β΄ΚΠΣ. Η εγκατάλειψη κάθε μορφής προστατευτισμού
εκ μέρους του κράτους και η τόνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της
ελληνικής βιομηχανίας ήταν η προκριθείσα στρατηγική. Οι ειδικότεροι στόχοι που
έθεσε το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα για τη Βιομηχανία ήταν:
Η παροχή προς τις επιχειρήσεις ενός σύγχρονου
πλαισίου συνοδευτικών υπηρεσιών και βιομηχανικών υποδομών με άμεση επίπτωση στη
ποιότητα των προϊόντων, στη μείωση του μοναδιαίου κόστους παραγωγής, στην
στήριξη της εξαγωγικής προσπάθειας και στη χωροταξική ανασυγκρότηση της
βιομηχανικής βάσης.
Η παροχή οικονομικών κινήτρων προώθησης των
ιδιωτικών επενδύσεων στη μεταποίηση, για την επέκταση και τον εκσυγχρονισμό του
παραγωγικού δυναμικού, την υλοποίηση ολοκληρωμένων επιχειρηματικών σχεδίων, την
ενσωμάτωση της καινοτομίας και της νέας τεχνολογίας στη παραγωγική διαδικασία,
τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας.
Τη χρηματοδότηση ορισμένων πολύ μεγάλων
επενδυτικών σχεδίων.
Τη βελτίωση των προοπτικών των ΜΜΕ με την παροχή
νέων χρηματοδοτικών μέσων και εξειδικευμένων επενδυτικών κινήτρων για τον
εκσυγχρονισμό της οργάνωσής τους, της παραγωγικής τους διαδικασίας και της
προώθησης των προϊόντων τους στην αγορά.
Την ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση των εργαζομένων.
Σε γενικές γραμμές η πλειοψηφία των δράσεων του
προγράμματος ενεργοποιήθηκε ουσιαστικά από τα μέσα του 1997 και μετά. Άμεση
εφαρμογή είχαν μόνο τα οικονομικά κίνητρα για επενδύσεις και αυτά στην πιό παραδοσιακή
εκδοχή τους. Είναι συνεπώς πρόωρο να εκτιμήσει κανείς τα αποτελέσματά στους
στρατηγικούς στόχους που προαναφέραμε. Για πολλές από τις δράσεις, και κυρίως
στο τομέα των συνοδευτικών υπηρεσιών και υποδομών όπως και στη περίπτωση των
νέων χρηματοπιστωτικών μέσων, απαιτήθηκε η εξυπαρχής κατάρτιση νέου θεσμικού
πλαισίου, η εκπόνηση εκτεταμένων μελετών εξειδίκευσης του περιεχομένου και του
τρόπου εφαρμογής των δράσεων. Σε άλλες περιπτώσεις όπου η πρωτοβουλία ανήκε
στον ιδιωτικό τομέα, όπως τα επιχειρηματικά σχέδια και ο τεχνολογικός
εκσυγχρονισμός, χρειάστηκε σημαντικός χρόνος ενημέρωσης των επιχειρήσεων,
ωρίμανσης των αποφάσεων αλλά και απόκτησης αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των
επιχειρήσεων και του κράτους ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Συμπερασματικά, με δεδομένο το βαθμό καινοτομίας
του προγράμματος, η πρόσφατα σημειωθείσα πρόοδος κρίνεται ικανοποιητική.
Αναπόφευκτα όμως μέχρι το πέρας του προγράμματος θα έχει υλοποιηθεί μέρος μόνο
του αρχικώς προγραμματισθέντος έργου, αλλά αναμφισβήτητα θα έχουν τεθεί οι
βάσεις για πολύ πιό άμεση απόδοση αποτελεσμάτων κατά την επόμενη προγραμματική
περίοδο.
Ούτε οι διεθνείς εξελίξεις ούτε οι εσωτερικές
συνθήκες έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να δικαιολογούν μια νέα ριζική
αναθεώρηση στρατηγικής και μέσων παρέμβασης σε σχέση με το Β΄ΚΠΣ. Πολύ
περισσότερο που ορισμένες δράσεις του, λόγω της αρχικής καθυστέρησης, θα
απαιτήσουν χρόνο και από τη νέα προγραμματική περίοδο για την πλήρη ολοκλήρωσή
τους. Παρότι λοιπόν τόσο η βασική στρατηγική, όσο και οι επιμέρους στόχοι του
Β΄ΚΠΣ παραμένουν επίκαιροι, ορισμένες διεθνείς τάσεις -ορατές ήδη κατά το
σχεδιασμό του Β΄ΚΠΣ- έχουν γίνει πολύ πιο έντονες, ορισμένα εσωτερικά
διαρθρωτικά προβλήματα εμμένουν αμείωτα, αλλά και η εμπειρία από την έως τώρα εφαρμογή
του προγράμματος προσφέρει χρήσιμα συμπεράσματα.
Η πορεία προς την ΟΝΕ συνδυάζεται με επιτάχυνση
στη μείωση των επιτοκίων, με τη μείωση του πληθωρισμού, με την απόσυρση του
κράτους από στρεβλωτικές για τον ανταγωνισμό παρεμβάσεις, με τη διασφάλιση της
συναλλαγματικής σταθερότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας. Παράλληλα
διαρθρωτικές παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας βελτιώνουν την ευελιξία και την
προσαρμοστικότητα της. Είναι περιττό να τονίσουμε τη σημασία των εξελίξεων
αυτών για την ελληνική βιομηχανία.
Εντούτοις η σημαντική επιτάχυνση των βιομηχανικών
επενδύσεων κατά την τελευταία τριετία δεν ανέδειξε τάσεις κλαδικής διεύρυνσης
και διαφοροποίησης της βιομηχανικής βάσης. Οι επενδύσεις συγκεντρώνονται στους
ίδιους κλάδους που παραδοσιακά κυριαρχούν στην ελληνική βιομηχανία.
Μια σχετικά μακρά περίοδος ενισχύσεων προς τη
βιομηχανική έρευνα για την ανάπτυξη καινοτομιών και νέων προϊόντων δεν έχει
εμβολιάσει την ελληνική βιομηχανία με νέα προϊόντα ή μεθόδους παραγωγής
προηγμένης τεχνολογίας. Ο εκσυγχρονισμός της ελληνικής μεταποίησης παραμένει
σχεδόν απόλυτα εξαρτημένος από μεταφορά εξωγενούς τεχνολογίας.
Η μεγάλη πλειοψηφία επιχειρήσεων και
απασχολούμενων στην ελληνική μεταποίηση δεν απαντάται στις μικρομεσαίες
επιχειρήσεις, όπως συχνά αναφέρεται, τουλάχιστον όχι με τους ορισμούς που
επικρατούν στην ΕΕ και στη διεθνή βιβλιογραφία. Απαντάται στη κατηγορία των
πολύ μικρών επιχειρήσεων, καθαρά οικογενειακού και βιοτεχνικού χαρακτήρα. Η
παρανόηση αυτή ως προς τη μορφή, τις δυνατότητες και τις προοπτικές της μεγάλης
αυτής πλειοψηφίας των επιχειρήσεων, έχει σημαντικές επιπτώσεις στους
προγραμματικούς σχεδιασμούς. Πχ δύσκολα μπορούν να ανταποκριθούν σε
προδιαγραφές και όρους για την αξιοποίηση επενδυτικών κινήτρων για ΜΜΕ που στην
ουσία αναφέρονται σε πολύ μεγαλύτερα μεγέθη επιχειρήσεων.
Οι εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον επιβεβαιώνουν
και ενισχύουν τις διαφαινόμενες κατά την προηγούμενη προγραμματική περίοδο
τάσεις.
Οι αλλαγές στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής
Ευρώπης τις καθιστούν ανταγωνιστικές των χωρών της Νότιας Ευρώπης ως προς την
υποδοχή διεθνών κεφαλαίων, δεδομένου ότι συγκεντρώνουν αρκετά πλεονεκτήματα για
την προσέλκυση βιομηχανικών επιχειρήσεων, όπως χαμηλό εργατικό κόστος, τεχνικά
καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, ύπαρξη πλούσιων φυσικών πόρων και μεγάλο
μέγεθος εσωτερικής αγοράς, που συνδυάζονται και με άλλες εξελίξεις όπως οι
συνεχείς υποτιμήσεις των εθνικών νομισμάτων.
Στη νέα προγραμματική περίοδο αναμένεται να
ενταθεί ο “νέος ανταγωνισμός” στη βιομηχανία, ο οποίος βασίζεται στην ποιότητα
και στα νέα επώνυμα προϊόντα και όχι τόσο στην τιμή.
Στην επόμενη δεκαετία αναμένεται η μεγάλη ανάπτυξη
ορισμένων νέων τομέων και κλάδων της βιομηχανίας, όπως η βιομηχανία του
περιβάλλοντος, η βιομηχανία των πολυμέσων, η βιοτεχνολογία, η βιομηχανία της
υγείας, κλπ.
Οι εξελίξεις στην τεχνολογία θα έχουν σημαντικές
επιπτώσεις στη βιομηχανική δραστηριότητα. Η επανάσταση στις τηλεπικοινωνίες
αναμένεται να διευκολύνει την εγκατάσταση της βιομηχανίας εκτός των μεγάλων
αστικών και βιομηχανικών κέντρων με τη δημιουργία της “τηλεοικονομίας”. Επίσης
πολλές περιοχές τεχνολογικής δραστηριότητας αναμένεται να παρουσιάσουν μεγάλη
ανάπτυξη στην επόμενη δεκαετία, όπως η αεροναυπηγική, η εφαρμοσμένη μοριακή
βιολογία, τα σύνθετα υλικά, η μοντελοποίηση και προσομοίωση με τη χρήση
ηλεκτρονικών υπολογιστών κλπ.
Η προστασία του περιβάλλοντος θα αποτελέσει μεγάλη
πρόκληση για τη βιομηχανία, που θα αντιμετωπίσει πιέσεις για περιορισμό της
ρύπανσης σε εφαρμογή της Συμφωνίας του Κυότο και των σχετικών προδιαγραφών της
ΕΕ. Επίσης η πιστοποίηση για συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και για
οικολογικά προϊόντα (ecolabelling)
αποτελεί συχνά προϋπόθεση για την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Κατά συνέπεια
η προστασία του περιβάλλοντος δεν περιορίζεται πλέον στην αντιρρύπανση, αλλά η
περιβαλλοντική διάσταση πρέπει να ενσωματώνεται σε όλα τα στάδια της
παραγωγικής διαδικασίας ώστε να αποτρέπεται ή να μειώνεται η παραγωγή ρύπων
στην πηγή τους και να γίνεται ορθολογική διαχείριση πόρων.
Κατά την περίοδο 2000-2006 αναμένεται να ενταθεί ο
μετασχηματισμός και η διεύρυνση της βιομηχανίας με τη σύζευξη μεταποίησης και
υπηρεσιών. Η αυξανόμενη αλληλεξάρτηση μεταξύ των τομέων της οικονομικής
δραστηριότητας που θα οφείλεται στην αναδιάρθρωση των μεταποιητικών
επιχειρήσεων, θα επιτρέψει την ανάδυση νέων δραστηριοτήτων στον τομέα των
υπηρεσιών, οι οποίες θα συνδέονται στενά με τις αντίστοιχες μεταποιητικές
δραστηριότητες.
Η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στις εμπορικές
συναλλαγές (πχ ηλεκτρονικό εμπόριο), η είσοδος στην ελληνική αγορά μεγάλων
πολυεθνικών εμπορικών επιχειρήσεων, η ανάπτυξη δικτυακών δομών εμπορίου (πχ franchising, συνεταιρισμοί), η εισαγωγή του κοινού ευρωπαϊκού
νομίσματος, αλλά και οι νέες δυνατότητες που προσφέρει η αναβάθμιση των
υποδομών μεταφορών, οδηγούν σε βαθειές μεταβολές στο περιβάλλον λειτουργίας των
εμπορικών επιχειρήσεων με άμεσες επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της
ελληνικής μεταποίησης, στην απασχόληση, στη προστασία του καταναλωτή, στον
έλεγχο του πληθωρισμού κλπ.
Η παγκοσμιοποίηση των αγορών φαίνεται να επηρεάζει
αρνητικά την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών αλλά και γενικότερα των Ευρωπαϊκών
εξορυκτικών επιχειρήσεων, σε σχέση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις τρίτων
χωρών. Κύριοι παράγοντες είναι η μεγάλη διαφορά στο κόστος εργασίας, σις
απαιτήσεις ασφάλειας εργασίας και στις περιβαλλοντικές προφυλάξεις.
Στα πλαίσια των πιο πάνω εκτιμήσεων, κύριος στόχος
κατά την νέα προγραμματική περίοδο είναι η εξασφάλιση των προϋποθέσεων για την
επιτυχή προσαρμογή της ελληνικής βιομηχανίας στη παγκοσμιοποιημένες συνθήκες
ανοιχτών αγορών. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας όμως δεν μπορεί να αγνοήσει
την ανάγκη προαγωγής της απασχόλησης, σεβασμού του περιβάλλοντος και ισόρροπης
ανάπτυξης του ελληνικού χώρου.
Ως επιμέρους στόχοι για τη νέα προγραμματική
περίοδο μπορούν συνεπώς να διατυπωθούν:
Η αύξηση της παραγωγικότητας των μεταποιητικών
επιχειρήσεων και της εξαγωγιμότητας των προϊόντων τους.
Η κλαδική διαφοροποίηση της βιομηχανικής βάσης της
χώρας με την ανάπτυξη κλάδων έντασης γνώσης.
Η σταθεροποίηση και ενίσχυση των υφισταμένων
συγκριτικών πλεονεκτημάτων.
Η έγκαιρη αξιοποίηση των νέων αναδυομένων αγορών
στον ευρύτερο γεωγραφικό μας περίγυρο.
Η επιτάχυνση της δημιουργίας νέων σταθερών θέσεων
απασχόλησης.
Η υποστήριξη της ανάπτυξης των ΜΜΕ σε
ανταγωνιστική βάση.
Η χρήση παραγωγικών μεθόδων και η παραγωγή
προϊόντων φιλικότερων προς το περιβάλλον.
Η διεύρυνση της γεωγραφικής βάσης της μεταποίησης
με τη συγκροτημένη αποκέντρωση των παραγωγικών μονάδων.
Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, του
εκσυγχρονισμού και της απασχόλησης στις εμπορικές επιχειρήσεις.
Όπως προαναφέρθηκε το Γ΄ΚΠΣ θα αποτελέσει σε
σημαντικό βαθμό συνέχεια του προηγούμενου με τις αναγκαίες προσαρμογές και
εμπλουτισμό δράσεων.
Έτσι αναμένεται ότι θα συνεχιστεί η προσπάθεια
δημιουργίας ενός πλέγματος υποστηρικτικών υποδομών και υπηρεσιών που
διευκολύνουν την ελληνική μεταποίηση στην επίτευξη των πιο πάνω στόχων. Θα
συνεχίσει επίσης, άν και με μειούμενη ένταση η παροχή οικονομικών κινήτρων για
επενδύσεις σε πάγια, οργανωτικό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό. Με τα
προγράμματα των ανθρώπινων πόρων θα συνεχίσει μεταξύ άλλων η προσπάθεια για
καλύτερα καταρτισμένο εργατικό δυναμικό. Όμως παράλληλα θα ενταχθούν και νέες
δράσεις για:
την προσέλκυση επενδύσεων σε νέους για την
ελληνική οικονομία κλάδους, με έμφαση στην επίτευξη σημαντικά αυξημένου αριθμού
ξένων άμεσων επενδύσεων .
την στήριξη επιχειρηματικών πρωτοβουλιών στις
αναδυόμενες αγορές των βαλκανικών και παρευξείνιων χωρών,
τη δικτύωση των επιχειρήσεων (clusters),
την ενθάρρυνση επενδύσεων για καινοτομία και νέες
τεχνολογίες,
την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής μέριμνας στη
παραγωγή,
τη δημιουργία προϋποθέσεων ανταγωνιστικής
λειτουργίας των μικρών επιχειρήσεων στα πλαίσια της ΟΝΕ.
Την βελτίωση της βασικής εμπορικής υποδομής μέσω
κέντρων διανομών, πάρκων εμπορίου, κεντρικών αγορών νωπών προιόντων, σταθμών
ανασυσκευασίας και μεταφόρτωσης κοκ. (Για ηλεκτρονικό εμπόριο βλέπε “Κοινωνία
της Πληροφορίας”)
Την ενίσχυση της έρευνας και του εκσυγχρονισμού
παραγωγής πολύτιμων μετάλλων, μεταλλευτικών, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων
με έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος, τη διασφάλιση της ποιότητας και την
ανάπτυξη νέων προίόντων.
Τουρισμός
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ΚΠΣ
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του Παγκοσμίου
Συμβουλίου Τουρισμού και Ταξιδιών (WTTC) ο κλάδος του Τουρισμού αποτελεί τη μεγαλύτερη
βιομηχανία στη διεθνή οικονομία. Το 1991 παρήγαγε ακαθάριστο προϊόν πάνω από
2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, το οποίο αποτελεί το 5,5% του παγκοσμίου ΑΕΠ.
Απασχόλησε 112 εκατ. άτομα διεθνώς. Δημιούργησε επενδύσεις της τάξεως των 350
δισεκατομμυρίων δολ. ΗΠΑ ετησίως, που αντιπροσωπεύουν το 7,3% του διεθνούς
συνολικού επενδυτικού κεφαλαίου. Ο διεθνής τουρισμός την τελευταία l0ετία αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,7%, όσον αφορά στις
αφίξεις και 13% όσον αφορά στα συναλλαγματικά έσοδα. Κατά τη l0ετία του 1990 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης θα είναι
3,8% περίπου.
Στην Ελλάδα οι διανυκτερεύσεις αλλοδαπών τουριστών
εμφανίζουν τα τελευταία χρόνια μια ασταθή τάση αυξομειώσεων, ενώ σταθερότερα
αυξάνουν οι διανυκτερεύσεις ημεδαπών τουριστών. Η πληρότητα των ξενοδοχειακών
καταλυμάτων μειώθηκε (από 60,63% το 1994, σε 53,98% το 1996), ενώ ανάλογη ήταν
η εξέλιξη και για το ταξιδιωτικό συνάλλαγμα (3.904,9 εκατ. δολ. ΗΠΑ το 1994,
3.705,8 εκατ. δολ. ΗΠΑ το 1996). Η μέση κατά κεφαλή τουριστική δαπάνη αλλοδαπού
τουρίστα πέρασε από 345,5 δολ. ΗΠΑ το 1994 σε 378,8 το 1996.
Συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, όσον αφορά
την Ελλάδα :
Τα τουριστικά έσοδα βασίζονται ακόμη σε μεγάλους
αριθμούς τουριστικών αφίξεων των οποίων ο σύντομος χρόνος παραμονής συνδυάζεται
με χαμηλή ημερήσια δαπάνη (περίπου 100$).
Η εποχικότητα δεν βελτιώθηκε τόσο από πλευράς
αφίξεων, όσο και από πλευράς διανυκτερεύσεων. Οι δύο μήνες, Ιούλιος και
Αύγουστος, συνεχίζουν να έχουν την υψηλότερη ζήτηση με σημαντική διαφορά από
τους υπολοίπους, και ακολουθούν ο Σεπτέμβριος και ο Ιούνιος.
Η αύξηση των ξενοδοχειακών κλινών και η μείωση του
χρόνου παραμονής είχε σαν αποτέλεσμα να μειωθεί η πληρότητα των ξενοδοχειακών
καταλυμάτων.
η χαμηλή κατά κεφαλή ημερήσια δαπάνη δείχνει ότι
δεν σημειώθηκε σημαντική πρόοδος προς τον "επιλεκτικό" τουρισμό και
ταυτόχρονα λειτουργεί αποτρεπτικά για την ανάληψη επενδύσεων ποιοτικής
αναβάθμισης των προσφερομένων υπηρεσιών.
η ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού τουριστικού
προϊόντος στη διεθνή αγορά συνεχίζει να στηρίζεται στις χαμηλές τιμές και στο
μαζικό τουρισμό παραθεριστικού χαρακτήρα, διευκολύνοντας έτσι μονοπωλιακές
πρακτικές ξένων τουριστικών πρακτόρων.
η χαμηλή ποιοτική στάθμη της δημόσιας υποδομής των
μεταφορών και άλλων κρίσιμων κατηγοριών, όπως των υπηρεσιών υγείας,
καθαριότητας κοκ, οι αδυναμίες του χωροταξικού σχεδιασμού ως προς την
οριοθέτηση χρήσεων γής και ο χαμηλός βαθμός εκπαίδευσης του ανθρώπινου
δυναμικού του τομέα, συνιστούν ισχυρά εμπόδια στην απεμπλοκή του ελληνικού
τουρισμού από τις πιο πάνω καταστάσεις.
Δεδομένων των προβλημάτων αυτών το Β΄ΚΠΣ έθεσε ως
στόχους την βελτίωση της ποιότητας και την διαφοροποίηση του περιεχομένου του
τουριστικού προϊόντος με:
την ενίσχυση του εκσυγχρονισμού των υφισταμένων
ξενοδοχειακών μονάδων, χωρίς την αύξηση του δυναμικού τους σε κλίνες και τη
μετατροπή παραδοσιακών κτηρίων σε τουριστικές μονάδες,
την ενίσχυση ιδιωτικών επενδύσεων για ειδικές
τουριστικές εγκαταστάσεις (πχ μαρίνες, γκολφ, συνεδριακά κέντρα κ.ά.),
τις δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές εξυπηρέτησης
του θαλάσσιου, ορεινού, θεραπευτικού και άλλων κατηγοριών τουρισμού,
τη δημιουργία περιοχών ολοκληρωμένης τουριστικής
ανάπτυξης,
την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στις
τουριστικές ΜΜΕ,
την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού του τομέα.
Η καθυστέρηση στην έγκριση του προγράμματος απο
την ΕΕ, αλλά και σημαντικές δυσκολίες στο σχεδιασμό και τη διοικητική
υποστήριξη των δράσεων οδήγησαν μέχρι στιγμής σε ένα περιορισμένο βαθμό
προόδου. Η ολοκλήρωση ορισμένων δράσεων πιθανώς να απαιτήσει πόρους και χρόνο
από την επόμενη προγραμματική περίοδο. Οι στόχοι του προγράμματος συνεπώς
παραμένουν επίκαιροι, αλλά η εμπειρία από το Β΄ΚΠΣ δείχνει ότι σε αρκετές
περιπτώσεις απαιτείται διαφοροποίηση ως προς τα μέσα. Απαιτείται επίσης
σημαντική αποκέντρωση προς την περιφέρεια όσων ενεργειών έχουν καθαρά τοπικό
χαρακτήρα.
Η θεαματική μείωση του κόστους των αεροπορικών
μεταφορών και η ταχεία βελτίωση των υποδομών και υπηρεσιών στους εκτός Ευρώπης
προορισμούς έχει μειώσει το μερίδιο της Κοινοτικής Ευρώπης στο παγκόσμιο
τουρισμό. Ως εκτούτου ο ενδοευρωπαϊκός ανταγωνισμός εντείνεται και τα περιθώρια
μεγέθυνσης του ελληνικού τουριστικού μεριδίου στενεύουν. Τα περιθώρια αυτά θα
εξαρτηθούν από την ταχύτητα εφαρμογής μιας ολοκληρωμένης πολιτικής αναβάθμισης
και εμπλουτισμού της τουριστικής προσφοράς.
Είναι φανερό ότι ο Τουριστικός Τομέας θα είναι
μεταξύ των πρώτων που θα κληθεί να πραγματοποιήσει συναλλαγές και να ορίσει
τιμές στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα, το Εύρω. Η ανταλλαγή νομισμάτων με τις
τραπεζικές προμήθειες, τις διακυμάνσεις ισοτιμιών, τις γραφειοκρατικές
διαδικασίες δημιουργεί σήμερα σημαντική επιβάρυνση στον τουρίστα-καταναλωτή.
Πέραν αυτών, ακόμα και ψυχολογικά το ενιαίο νόμισμα, σε συνδυασμό με την
κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, θεωρείται ότι θα δράσει πολύ θετικά
στην κινητικότητα του ευρωπαίου τουρίστα. Εξίσου ευνοϊκή θα είναι η εισαγωγή
του Ευρώ και για τις τουριστικές επιχειρήσεις επιτρέποντας μακροχρόνιες
συμφωνίες και προγραμματισμό απηλλαγμένες από τις αβεβαιότητες των
συναλλαγματικών διακυμάνσεων, αποδυναμώνοντας τις κερδοσκοπικές συμπεριφορές.
Παράλληλα η ραγδαία εισαγωγή των νέων τεχνολογιών
(συστήματα CRS, χρήση ΙNTERNET, εσωτερική μηχανοργάνωση των επιχειρήσεων) αναμένεται να
συνεχιστεί οδηγώντας σε αυξανόμενη αγορά τουριστικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως,
σχετικό περιορισμό του ρόλου των λιανοπωλητών τουριστικών πακέτων, καθώς και
στην επίτευξη μειωμένου λειτουργικού κόστους και καλύτερης οργάνωσης των
επιχειρήσεων.
Παρατηρείται μια σταθερά αυξανόμενη ζήτηση
προορισμών που προσφέρουν όχι μόνο παραθεριστικές δυνατότητες αλλά δυνατότητες
απασχόλησης με τη μορφή του αθλητικού, οικολογικού, πολιτιστικού, αγροτικού και
άλλων κατηγοριών ειδικού τουρισμού. Στις περισσότερες απ΄αυτές η Ελλάδα
διαθέτει ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Παράλληλα η γενική αναβάθμιση της βασικής υποδομής
και της κατάρτισης του ανθρώπινου δυναμικού που επιτυγχάνεται από τα άλλα
τομεακά και περιφερειακά προγράμματα του Β΄ΚΠΣ, σε συνδυασμό με το σημαντικό
εκσυγχρονισμό των ξενοδοχειακών μονάδων που προωθούν τα μέτρα του
Επιχειρησιακού Προγράμματος Τουρισμός-Πολιτισμός, δημιουργούν ένα ευνοϊκότερο
πλαίσιο για την επίτευξη των στόχων της τουριστικής πολιτικής κατά την επόμενη
προγραμματική περίοδο.
Σε γενικές γραμμές οι στόχοι δεν διαφοροποιούνται
σε σχέση με το Β΄ΚΠΣ αλλά η στρατηγική προσέγγισής τους περιλαμβάνει νέα
στοιχεία.
Ο πολιτιστικός τουρισμός για την Ελλάδα μπορεί να
αποτελέσει ένα κεντρικό άξονα πολιτικής και όχι απλά μια ακόμα κατηγορία
ειδικής μορφής τουρισμού. Η ενίσχυση της παρουσίας της πολιτιστικής διάστασης
σε όλους τους τουριστικούς προορισμούς της χώρας και η ανάδειξή της ως
χαρακτηριστικού που διαφοροποιεί το περιεχόμενο της τουριστικής προσφοράς της
Ελλάδας, θα αποτελέσει αντικείμενο συγκεκριμένης δράσης κατά τη νέα
προγραμματική περίοδο.
Η ενίσχυση επενδύσεων ποιοτικού εκσυγχρονισμού
υφισταμένων ξενοδοχειακών μονάδων ή μετατροπής διατηρητέων παραδοσιακών κτισμάτων
σε τουριστικά καταλύματα θα πρέπει να συνεχιστεί λόγω του σημαντικού δυναμικού
που εμφανίζει ο τομέας και της μεγάλης σχετικής ανταπόκρισης εκ μέρους των
ιδιωτικών φορέων.
Όμως πέραν της βελτίωσης της ξενοδοχειακής
υποδομής, περισσότερο κρίσιμη καθίσταται ίσως η βελτίωση της ποιότητας των
προσφερομένων υπηρεσιών. Δράσεις που αφορούν στην πιστοποίηση, επιβράβευση και
δημοσιοποίηση της ποιότητας, αυθεντικότητας και πρωτοτυπίας των προσφερομένων
υπηρεσιών, σε διαφορετικές κατηγορίες καταλυμάτων, εστιατορίων και τουριστικών
επιχειρήσεων γενικότερα, μπορούν να κινητοποιήσουν την ιδιωτική πρωτοβουλία και
να κατευθύνουν τον ανταγωνισμό στη προσέλκυση πελατών μέσω της ποιότητας και
όχι μόνο μέσω των τιμών.
Κρίνεται απαραίτητη η ενίσχυση ιδιωτικών
επενδύσεων για την ανάπτυξη ειδικών μορφών τουρισμού, όπως Συνεδριακά Κέντρα,
Κέντρα Θαλασσοθεραπείας, Γήπεδα Γκόλφ, Μαρίνες κ.α. καθώς και για την
ολοκλήρωση κατασκευής των δύο ΠΟΤΑ, ο σχεδιασμός των οποίων εντάχθηκε στο Β’
ΚΠΣ.
Όσον αφορά τον ορεινό, οικολογικό, πολιτιστικό και
θεραπευτικό τουρισμό προτείνεται ανασχεδιασμός της προσέγγισης. Γενικός στόχος
πρέπει να είναι η συγκρότηση και διαμόρφωση συγκεκριμένου προϊόντος που θα
εμπλουτίζει την προσφορά με συνεκτικές και αλληλοϋποστηριζόμενες ενέργειες στο
πλαίσιο συμπλεγμάτων δραστηριοτήτων. Προτείνεται ο θεραπευτικός τουρισμός καθώς
και τα χιονοδρομικά κέντρα να θεωρηθούν επενδύσεις που απευθύνονται
αποκλειστικά σε ιδιωτικούς φορείς. Στην βάση των ολοκληρωμένων συμπλεγμάτων
παρεμβάσεων πρέπει να ανασχεδιασθούν οι δράσεις για την προώθηση του ορεινού
και περιπατητικού τουρισμού, του αγροτουρισμού και του οικολογικού τουρισμού,
με εξειδίκευση κατά περιφέρεια και σε συνδυασμό με το ειδικό πρόγραμμα
συγκρότησης εθνικού δικτύου παραδοσιακών καταλυμάτων.
Το μικρό μέγεθος των ελληνικών ΜΜΕ του τουριστικού
τομέα λειτουργεί αρνητικά στην αποτελεσματική οργάνωση, προβολή και εξειδίκευση
του προϊόντος τους και περιορίζει τις διαπραγματευτικές τους δυνατότητες στις
ξένες αγορές. Μιά συγκεκριμένη δράση στήριξης της ανάπτυξης δικτύων συνεργασίας
μεταξύ τουριστικών ΜΜΕ ενισχυόμενη απο το Γ’ ΚΠΣ μπορεί να δώσει διέξοδο στο
πρόβλημα.
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β΄ΚΠΣ
Βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού ερευνητικού
συστήματος είναι το μικρό του μέγεθος, δηλαδή οι απόλυτα και συγκριτικά
ανεπαρκείς πόροι που διατίθενται για Ε&Τ και ο μικρός πληθυσμός των
ερευνητών. Ακόμα και για αυτούς τους περιορισμένους πόρους όμως συχνά
εγείρονται αμφιβολίες για την αποτελεσματική τους χρήση ή δημιουργούνται
προβλήματα απορρόφησης των υφιστάμενων πόρων. Αυτό συνδέεται με τη μικρή ζήτηση
των αποτελεσμάτων της ερευνητικής δραστηριότητας από την ελληνική οικονομία και
κοινωνία γενικότερα.
Δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού
ερευνητικού συστήματος είναι η υψηλή συμμετοχή του δημόσιου τομέα τόσο στη
χρηματοδότηση της έρευνας όσο και στο ερευνητικό προσωπικό (περίπου 80%). Όπως
είναι αναμενόμενο η πολύ μικρή δαπάνη του ιδιωτικού τομέα για καινοτομική
έρευνα οδηγεί σε χαμηλότατο βαθμό ενσωμάτωσης αυτόχθονης καινοτομίας στη
παραγωγική διαδικασία, διαπίστωση που έγινε και στο κεφάλαιο για το τομέα της
μεταποίησης.
Εντονότατη είναι και η γεωγραφική ανισοκατανομή
της ερευνητικής δραστηριότητας. Σε αρκετές ελληνικές περιφέρειες που καλύπτουν το
μεγαλύτερο μέρος της επικράτειας η ερευνητική δραστηριότητα είναι μηδαμινή.
Παρά τα προαναφερθέντα προβλήματα ο τομέας της
Ε&Τ στην Ελλάδα διαθέτει επιστημονικό δυναμικό με σημαντικές διεθνείς
επιτυχίες, παρουσιάζει συγκριτικά υψηλούς βαθμούς συμμετοχής στα ανταγωνιστικά
ερευνητικά προγράμματα της ΕΕ, ενώ μεγάλος αριθμός ελλήνων ερευνητών εργάζεται
σε κορυφαία ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια στο εξωτερικό.
Οι δύο κύριοι στόχοι τόσο στο Α΄όσο και στο Β΄ΚΠΣ
υπήρξαν η ενίσχυση του ερευνητικού συστήματος της χώρας και η τεχνολογική
αναβάθμιση των παραγωγικών διαδικασιών. Οι γενικοί αυτοί στόχοι στο ΕΠΕΤ-2
εξειδικεύονται με τις εξής δράσεις:
την ενίσχυση ερευνητικών προγραμμάτων σε ένα
περιορισμένο αριθμό τομέων υψηλής προτεραιότητας για το μέλλον της ελληνικής
οικονομίας,
την ενίσχυση της διαδικασίας μεταφοράς
τεχνογνωσίας και καινοτομιών στις ελληνικές επιχειρήσεις με την στήριξη της
ενδοεπιχειρησιακής έρευνας και την ανάπτυξη διασυνδέσεων μεταξύ επιχειρήσεων,
ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων,
την ενίσχυση των υποδομών, του εξοπλισμού και τη
δικτύωση των ερευνητικών φορέων, λαμβάνοντας ειδική μέριμνα για την
αποκέντρωση,
την ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού του
ερευνητικού συστήματος με έμφαση στη κατάρτιση της διαχείρισης, της έρευνας και
της αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων.
Μετά από μια αρχική περίοδο δύο περίπου ετών κατά
τη διάρκεια των οποίων ολοκληρώθηκε η οργάνωση των διαδικασιών προκήρυξης,
αξιολόγησης και παρακολούθησης των χρηματοδοτούμενων ενεργειών, το μεγαλύτερο
μέρος του προγράμματος υλοποιείται με ικανοποιητικούς ρυθμούς. Τα μεγαλύτερα
προβλήματα αντιμετωπίζονται στις δράσεις ενεργοποίησης του ιδιωτικού τομέα,
τόσο ως προς την εκδήλωση ουσιαστικού ενδιαφέροντος, όσο και ως προς τα
αποτελέσματα και το βαθμό αξιοποίησής τους στη παραγωγική διαδικασία που είναι
και ο τελικά επιδιωκόμενος στόχος. Οι μηχανισμοί ενδιάμεσης παρακολούθησης και
αποτίμησης των δράσεων, αλλά και επιλογής επιχειρήσεων με πραγματικό ενδιαφέρον
και δυνατότητες αξιοποίησης των ερευνητικών αποτελεσμάτων σαφώς επιδέχονται
βελτίωσης.
Η ανάδειξη της τεχνογνωσίας, της ικανότητας για
καινοτομία και της πρόσβασης σε υψηλής ειδίκευσης προσωπικό, ως τα κύρια
ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των αναπτυγμένων οικονομιών, καθιστά την απόδοση
του συστήματος Ε&Τ καθοριστική για το μέλλον της οικονομίας.
Ο στόχος που τέθηκε στο κεφάλαιο της μεταποίησης
για διαφοροποίηση της παραγωγικής βάσης με την ανάπτυξη νέων κλάδων έντασης
τεχνογνωσίας προϋποθέτει ένα επαρκές σύστημα βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας
και διάδοσης των αποτελεσμάτων.
Θετική πρόκληση για τη χώρα μας είναι η τάση
ανάπτυξης παγκοσμίως μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, εξαγωγικού
προσανατολισμού σε κατευθύνσεις σημαντικού τεχνολογικού περιεχομένου.
Χαρακτηριστικό των εξελίξεων είναι το γεγονός ότι οι μεγάλες πολυεθνικές
εταιρίες που εξακολουθούν να παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη διεθνή αγορά έχουν
επιλέξει αντί της εξαγοράς, τις στρατηγικές συνεργασίες με αυτού του είδους και
μεγέθους εταιρίες, καθώς οι ίδιες δεν είναι ευέλικτες στην εφαρμογή τεχνολογιών
αιχμής και προτιμούν στον τομέα αυτό να συνεργάζονται με μικρές εταιρίες ή και
με ερευνητικά ιδρύματα. Οι τάσεις αυτές όπως διαγράφονται διεθνώς, πρέπει να
επηρεάσουν τη στρατηγική που θα ακολουθηθεί στο Γ΄ΚΠΣ για τη σύνδεση της
Έρευνας & Τεχνολογίας με την παραγωγή.
Κρίσιμο παράγοντα/πρόκληση για τη χάραξη της
Εθνικής Πολιτικής Έρευνας και Τεχνολογίας στη χώρα μας αποτελεί, όπως είναι
φυσικό το 5ο Πρόγραμμα Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Έρευνα
και Τεχνολογική Ανάπτυξη, με το οποίο το Γ΄ΚΠΣ θα πρέπει να λειτουργήσει
συμπληρωματικά.
Η πρώτη δράση που αντιπροσωπεύει το 80% του 5ου
Προγράμματος περιλαμβάνει τέσσερις θεματικές ενότητες που δεν διαφέρουν από
τους τομείς που εντοπίζει και ο Ο.Ο.Σ.Α και που θα αποτελέσουν τις βασικές
πηγές χρηματοδοτήσεων των ανταγωνιστικών προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα αφορούν
τις Τεχνολογίες των Πληροφοριών, των Επιστημών Υγείας και Ζωής, των Νέων
Υλικών, του Περιβάλλοντος και της Ενέργειας.
Ως κύριοι στόχοι κατά την επόμενη προγραμματική
περίοδο αναδεικνύονται:
η εμπέδωση στις ελληνικές επιχειρήσεις της
αντίληψης ότι η δαπάνη για Ε&Τ δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά κρίσιμο
παράγοντα επιβίωσης στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον,
η βελτίωση της ικανότητας του ερευνητικού
συστήματος για παραγωγή αποτελεσμάτων αξιοποιήσιμων από την παραγωγική
διαδικασία,
η δημιουργία αποτελεσματικών μηχανισμών διάχυσης
των αποτελεσμάτων έρευνας και τεχνολογίας στις επιχειρήσεις,
η ανάδειξη ενός επαρκούς αριθμού νέων ερευνητών με
άρτια επιστημονική γνώση, και δυνατότητες συνεχούς επικαιροποίησής της,
η ενίσχυση του ερευνητικού ιστού στην περιφέρεια.
Θεματικά η εθνική πολιτική για Έρευνα και
Τεχνολογία πρέπει να προωθεί σταθερά και με συνέπεια δύο σκέλη. Το ένα σκέλος
περιλαμβάνει τομείς άμεσης χρονικής προτεραιότητας που αντανακλούν την παρούσα
κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Το άλλο σκέλος αφορά πιο
προηγμένους επίλεκτους τομείς που δημιουργούν προϋποθέσεις για υπολογίσιμη
μελλοντική συμμετοχή της χώρας στον ταχύτατα μεταβαλλόμενο διεθνή ανταγωνιστικό
στίβο.
Τα κριτήρια επιλογής επιχειρήσεων για συμμετοχή σε
συγχρηματοδοτούμενα έργα Ε&Τ πρέπει να αναθεωρηθούν. Τυπικοί δείκτες όπως ο
κύκλος εργασιών ή τα χρόνια λειτουργίας έχουν μικρή αξία, ενώ ταυτόχρονα μπορεί
να αποκλείσουν νέες ή μικρές επιχειρήσεις με καινοτομική ικανότητα.
Πριν προχωρήσουμε στην επέκταση ενισχύσεων προς
ενδιάμεσους φορείς, όπως τα Τεχνολογικά Πάρκα, τα Γραφεία Διαμεσολάβησης κ.ά.
θα πρέπει να προηγηθεί αξιολόγηση των έως τώρα αποτελεσμάτων και ανάλυση των
προϋποθέσεων υπό τις οποίες αυτά μπορούν να βελτιωθούν. Κατά τα λοιπά, το είδος
των δράσεων που ενισχύθηκαν από το Β΄ΚΠΣ θα περιληφθούν και στο Γ΄ΚΠΣ με τον
αναγκαίο ανασχεδιασμό ως προς τους κανόνες που τις διέπουν.
Νέες δράσεις που προτείνεται να δοκιμασθούν
πειραματικά με το Γ΄ΚΠΣ είναι:
η παροχή ισχυρών κινήτρων προς ερευνητές και
ερευνητικά ιδρύματα για την δημιουργία εταιρειών “spin-off”,
η δημιουργία εταιρείας “venture capital” για την
ενίσχυση επενδύσεων σε καινοτομία και νέων επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας,
η προσέλκυση με ειδικό καθεστώς κινήτρων (π.χ. στα
τεχνολογικά πάρκα) μικρών αλλοδαπών επιχειρήσεων υψηλού τεχνολογικού
περιεχομένου,
η προώθηση των συμμαχιών μεταξύ ελληνικών
επιχειρήσεων ή ερευνητικών μονάδων με εταιρείες του εξωτερικού που
ενεργοποιούνται σε επιλεγμένους τομείς νέας τεχνολογίας.
η διαμόρφωση σύγχρονου ερευνητικού ιστού με τη
δημιουργία μικρών ευέλικτων ερευνητικών ινστιτούτων σε διάφορες περιοχές της
χώρας. Υπάρχουν πολλοί επιστημονικοί τομείς στους οποίους μπορούν να γίνουν
τέτοια ερευνητικά ινστιτούτα. Ενδεικτικά μόνο αναφέρονται π.χ. Τηλεπικοινωνίες,
Διαιτητική κ.α.
Βελτίωση Ποιότητας Ζωής :
Υγεία Πρόνοια - Πολιτισμός - Περιβάλλον
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β’ Κ.Π.Σ.
Οι σημαντικές επενδύσεις που έγιναν και αναμένεται
να ολοκληρωθούν στο πλαίσιο του Β΄ΚΠΣ στους τομείς Υγείας-Πρόνοιας, δημιουργούν
αναμφισβήτητα τις προυποθέσεις για αύξηση της ποσότητας και βελτίωση της
ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και θα συμβάλλουν σε ικανοποιητικό βαθμό
στην πραγματοποίηση του κεντρικού στόχου της περιφερειακής οργάνωσης των
υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας. Διαπιστώνεται όμως ταυτόχρονα ότι για την
ολοκλήρωση του συστήματος απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις προκειμένου να
διασφαλιστούν η υγειονομική και προνοιακή αυτοδυναμία των περιφερειών, η
λειτουργικότητα της υπάρχουσας κτιριακής υποδομής, η ποιότητα των παρεχόμενων
υπηρεσιών και η ισότητα στην πρόσβαση και τις παροχές.
Γενικότερα στους τομείς Υγείας και Πρόνοιας
διαπιστώνονται ραγδαίες ποιοτικές μεταβολές των αναγκών σε υπηρεσίες υγείας και
πρόνοιας. Οι κατά το παρελθόν περιορισμένες παρεμβάσεις προς την κατεύθυνση
αυτή λειτούργησαν ανασταλτικά στην αποτελεσματική κάλυψη των αναγκών και στην
εξασφάλιση υψηλής ποιότητας υπηρεσιών, στοιχεία με ιδιαίτερη σημασία για την αποδοτικότητα
των δομών του συστήματος.
Παράλληλα ο τομέας της πρωτοβάθμιας
προνοσοκομειακής ιατρικής και προνοιακής φροντίδας δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς
(δεν είχαν συμπεριληφθεί παρεμβάσεις στο Β’ Κ.Π.Σ.), γεγονός που έχει σοβαρές
αρνητικές επιπτώσεις στις συνθήκες λειτουργίας του Συστήματος Υγείας σε όλα τα
επίπεδα. Η αξιοποίηση των νέων τεχνολογικών δυνατοτήτων (όπως η τηλεϊατρική)
και της πληροφορικής, που μπορούν να βελτιώσουν τις υπηρεσίες υγείας
-ειδικότερα προς την κατεύθυνση κάλυψης προβλημάτων που προκύπτουν απο τις
γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της χώρας μας-, παραμένει σε μη ικανοποιητικά
επίπεδα. Εξακολουθεί επίσης να υστερεί σημαντικά η ποιότητα των συνθηκών
διαμονής των ασθενών, ιδιαίτερα στα παλαιότερα νοσοκομεία, γεγονός που αποτελεί
βασικό παράγοντα ώθησης των ασθενών σε ιδιωτικά νοσοκομεία.
Η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών και άλλων
επαγγελματιών Υγείας και Πρόνοιας επιτείνει το πρόβλημα της αποτελεσματικής
λειτουργίας των υφισταμένων μονάδων. Οι δράσεις στους τομείς υγείας - πρόνοιας
πρέπει να συνοδεύονται από αντίστοιχες παρεμβάσεις στο τομέα του ανθρώπινου
δυναμικού.
Ειδικότερα στον τομέα της Πρόνοιας, παρά τις
προσπάθειες που έγιναν κυρίως προς την κατεύθυνση της ανοικτής περίθαλψης, το
επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών παραμένει εξαιρετικά χαμηλό. Τούτο είναι
ιδιαίτερα κρίσημο αν ληφθούν υπόψη οι δυσμενείς εξελίξεις στα δημογραφικά
δεδομένα (παλλινοστούντες, μετανάστες, χαμηλή γονιμότητα, γήρανση πληθυσμού,
περιοχές στερούμενες νέων ηλικιών, μαζικοί δείκτες ανεργίας
αποβιομηχανοποιημένων περιοχών κ.λ.π.).
Οι αλλαγές στη δομή της ελληνικής οικογένειας
έχουν επίσης επιπτώσεις. Παρατηρείται συνεχής αύξηση των διαζυγίων και του
αριθμού των μονογονεϊκών οικογενειών και μειωμένη ικανότητα των προστατευτικών
λειτουργιών της οικογένειας που συγκρατεί τα άτομα από την περιθωριοποίηση.
Ετσι το φαινόμενο του κοινωνικού αποκλεισμού παρουσιάζεται σαφώς ευρύτερο από
το φαινόμενο της φτώχειας.
Η εγχώρια παραγωγή προιόντων για την υγεία και
πρόνοια χαρακτηρίζεται απο περιορισμένης κλίμακας επενδύσεις των ελληνικών
παραγωγικών μονάδων και την ανάγκη εισαγωγής του συνόλου σχεδόν των
τεχνολογικών και άλλων μέσων και προιόντων. Οι ρυθμοί των εισαγωγών στα
προιόντα αυτά δεν φαίνεται οτι μπορεί να περιορισθούν σημαντικά απο την εγχώρια
παραγωγή, παρά τις δυνατότητες που παρέχουν οι θεσμικές ρυθμίσεις και το
πλαίσιο του νέου αναπτυξιακού νόμου.
Με το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Υγεία - Πρόνοια»,
το Β’ Κ.Π.Σ. στόχευε κυρίως στην μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων και στην
αύξηση της αποτελεσματικότητας του συστήματος Υγείας και Πρόνοιας, μέσω του
εκσυγχρονισμού και της ανάπτυξης των κοινωνικών υποδομών.
Για τον τομέα της Υγείας οι επιμέρους στόχοι ήταν
:
η δημιουργία αυτοδύναμων υγειονομικά Περιφερειών,
η διασφάλιση της Δημόσιας Υγείας και,
η βελτίωση της αποδοτικότητας και
αποτελεσματικότητας των Υπηρεσιών Υγείας.
Για τον τομέα της Πρόνοιας οι ειδικότεροι στόχοι
ήταν :
η βελτίωση του επιπέδου της κοινωνικής προστασίας
των ευπαθών ομάδων του πληθυσμού, ιδίως μέσω μηχανισμών πρόληψης, θεραπείας και
αποκατάστασης,
η άμβλυνση των περιφερειακών και κοινωνικών
ανισοτήτων και η κοινωνική - οικονομική συνοχή, μέσω κυρίως της αποκέντρωσης
των προνοιακών υπηρεσιών,
η ενίσχυση του εθελοντισμού και της εταιρικότητας
μεταξύ κεντρικής διοίκησης, τοπικών φορέων και κοινωνικών εταίρων,
η αντιμετώπιση του αποκλεισμού απο την αγορά
εργασίας των ομάδων - στόχων,
η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του προνοιακού
συστήματος σε θέματα οργάνωσης, διαχείρισης και συντονισμού δραστηριοτήτων.
Η πρόοδος του προγράμματος παρουσιάζει σημαντικές
αποκλίσεις απο τον αρχικό σχεδιασμό. Τούτο δε ισχύει πολύ περισσότερο για τον
τομέα της Πρόνοιας. Οι δράσεις που απορρόφησαν ή προβλέπεται να απορροφήσουν το
μεγαλύτερο μέρος των πόρων του Β΄Κ.Π.Σ. στον τομέα της Υγείας - Πρόνοιας είναι
ο ιατρικός εξοπλισμός των νοσοκομείων (τα κτιριακά έργα των οποίων
χρηματοδοτούνται απο τα ΠΕΠ), η επείγουσα ιατρική φροντίδα και η ίδρυση /
λειτουργία Κέντρων Κοινωνικής Υποστήριξης και Κατάρτισης Ατόμων με Ειδικές
Ανάγκες.
Τα προβλήματα του προγράμματος και οι αδυναμίες
εφαρμογής του οφείλονται κυρίως στον αρχικό σχεδιασμό και στην υπερεκτίμηση των
δυνατοτήτων των μηχανισμών εφαρμογής και ελέγχου. Οι επιλογές που έγιναν σαφώς
διαπνέονται απο την δικαιολογημένη ευαισθησία για τον ευαίσθητο αυτό τομέα και
την αγωνία να λυθούν αν είναι δυνατόν όλα τα προβλήματα του χώρου. Αποτέλεσε
όμως τούτο ένα φιλόδοξο σχεδιασμό που σε συνδυασμό και με την έλλειψη της
αρχικής ετοιμότητας οδήγησαν στην καθυστέρηση υλοποίησης του προγράμματος.
Μία απο τις πλέον σοβαρές διαστάσεις του τομέα της
Υγείας - Πρόνοιας είναι το ζήτημα της διασφάλισης των όρων αποτελεσματικής
λειτουργίας των δομών που δημιουργούνται, προκειμένου αυτές να ικανοποιήσουν
τους επιδιωκόμενους στόχους, τις πραγματικές ανάγκες και να αποτελέσουν την
έκφραση μιας επιτυχημένης πολιτικής υγείας. Τούτο αποτελεί ένα κρίσιμο θέμα
λόγω του πολύ υψηλού κόστους λειτουργίας της υλικής και άυλης υποδομής που θα
προκύψει, Στον Τομέα Υγείας - Πρόνοιας, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σε άλλες
μορφές υποδομής, το ετήσιο λειτουργικό κόστος τείνει να είναι εξίσου σημαντικό
με το κόστος κατασκευής και κατά συνέπεια ο βαθμός ανταποδοτικότητας είναι
περιορισμένος. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ για τη λειτουργία της υποδομής
που θα δημιουργηθεί στον τομέα θα απαιτηθεί κονδύλι της τάξεως των 45 περίπου δισ.
δρχ. περίπου ετησίως (τιμές 1995).
Οι Τομείς της Υγείας και Πρόνοιας επηρεάζονται
άμεσα απο τις μεταβολές που επέρχονται τόσο στις κοινωνικές, δημογραφικές και
πολιτισμικές δομές, όσο και στα οικονομικά δεδομένα. Οι μεταβολές στη
δημογραφική δομή του πληθυσμού (γήρανση, μείωση γεννήσεων κ.λ.π.), η αλλαγή του
επιδημιολογικού προτύπου με την αύξηση της σημασίας των χρόνιων και
εκφυλιστικών νοσημάτων και οι θεαματικές αλλαγές στην τεχνολογία παραγωγής και
διανομής των φροντίδων υγείας και πρόνοιας είναι οι κύριες προκλήσεις που
αντιμετωπίζουν τα συστήματα Υγείας και Πρόνοιας σε πολλές χώρες. Η χώρα μας,
όπως και η διεθνής κοινότητα, αναζητεί νέες στρατηγικές στην υγειονομική
περίθαλψη και την κοινωνική φροντίδα, με στόχο τον έλεγχο και την μείωση των
μεγάλων κινδύνων για την υγεία, την αποδοτική χρήση των πόρων και την
διασφάλιση της ισότητας των πολιτών απέναντι στις υπηρεσίες υγείας και
πρόνοιας.
Η ανάγκη αντιμετώπισης ευρύτερων οικονομικών και κοινωνικών
συνθηκών και η εξασφάλιση ολοκληρωμένης κοινωνικής προστασίας, κυρίως των
ατόμων που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, αναδεικνύονται κρίσιμα
στοιχεία της κοινωνικής συνοχής και επιβάλλουν την περαιτέρω αναβάθμιση των
υπηρεσιών του Εθνικού Συστήματος Υγείας και Πρόνοιας. Επίσης οι ραγδαίες
μεταβολές στη βιοϊατρική τεχνολογία και στην ανάπτυξη πληροφοριακών δικτύων,
τηλεϊατρικής και διαδικτύων (που επηρεάζουν με όλο και μεγαλύτερους ρυθμούς το
σύστημα Υγείας και Πρόνοιας στη χώρα μας) παρέχουν σημαντικές δυνατότητες
εξυπηρέτησης των πολιτών και παροχής υπηρεσιών ακόμα και σε ευρύτερο γεωγραφικό
χώρο.
Στο πλαίσιο της διαμόρφωσης της στρατηγικής και
των προτεραιοτήτων για τον τομέα Υγεία - Πρόνοια θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι
εξελίξεις που διαμορφώνονται απο :
Τις νέες πολιτικές της Ε.Ε. στο χώρο της Δημόσιας
Υγείας, της Κοινωνικής Πολιτικής και Πρόνοιας, που απαιτούν απο τη χώρα μας πιο
ολοκληρωμένες προσπάθειες προκειμένου να επιτευχθεί η σύγκλισή προς τον
αντίστοιχο ευρωπαϊκό χώρο.
Το δημογραφικό πρόβλημα και τις διαρκώς
μεταβαλλόμενες συνθήκες στον επιδημιολογικό χάρτη, με την εμφάνιση νέων και την
επανεμφάνιση παλαιών νοσημάτων.
Τις πολιτικές και οικονομικές μεταβολές στο χώρο
της Αν. Ευρώπης και ειδικότερα των Βαλκανίων, που διαμορφώνουν έντονες
απαιτήσεις ιατροκοινωνικής κάλυψης μεγάλων ομάδων μεταναστευτικού πληθυσμού.
Την έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών και άλλων
επαγγελματιών υγείας και πρόνοιας.
Οι παραπάνω μεταβολές και εξελίξεις, που σε ένα
σημαντικό βαθμό επιβεβαιώνουν την ορθότητα των αρχικών παραδοχών που έγιναν για
τον τομέα στο πλαίσιο του Β΄ Κ.Π.Σ., σε συνδυασμό και με τα αναμενόμενα
αποτελέσματα σε σχέση με τους στόχους του τρέχοντος προγράμματος, διαμορφώνουν
την στρατηγική του τομέα της Υγείας και Πρόνοιας για την επόμενη προγραμματική
περίοδο.
Οι κύριοι στόχοι που τίθενται για τον τομέα στο
πλαίσιο του Γ’ Κ.Π.Σ. είναι :
Η ανάπτυξη ευέλικτων δομών και σχημάτων
προκειμένου να εξασφαλισθούν εξειδικευμένες παροχές υψηλής ποιότητας,
λειτουργικότητας και αποτελεσματικότητας, οι οποίες θα αντικαταστήσουν με
ταχύτερους ρυθμούς παραδοσιακές δομές και λειτουργίες.
Η παράλληλη ενσωμάτωση σύγχρονης τεχνολογίας και η
προσαρμογή των υπαρχουσών υποδομών στις νέες απαιτήσεις παροχής υψηλής
ποιότητας υπηρεσιών υγείας σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο.
Η ολοκλήρωση των δικτύων στο πρωτοβάθμιο επίπεδο
Υγείας και Πρόνοιας με την ενσωμάτωση των τεχνολογικών εξελίξεων και προτύπων
που τα καθιστούν κοινωνικά αποδοτικά και λειτουργικά αποτελεσματικά στην
υποστήριξη των παρεχόμενων νοσηλευτικών υπηρεσιών.
Η αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού στο πλαίσιο
των αναγκών δημιουργίας εξειδικευμένων στελεχών.
Στο πλαίσιο των παραπάνω στόχων, οι προτεραιότητες
και δράσεις, που προτείνονται για ένταξη στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Υγεία -
Πρόνοια» είναι :
Τομέας Υγείας:
Η ολοκλήρωση και αναβάθμιση των δομών και υποδομών
του Εθνικού Συστήματος Υγείας με στόχο τη δημιουργία αυτοδύναμων υγειονομικά
περιφερειών και την ορθολογική χωροταξική ανάπτυξή τους στα μεγάλα αστικά
κέντρα (Αστικά Κέντρα Υγείας).
Ο λειτουργικός εκσυγχρονισμός των υπαρχουσών
μονάδων υγείας (εσωτερικές μεταβολές χωρίς αύξηση του αριθμού των κρεβατιών) με
στόχο την προσαρμογή τους στις νέες μορφές παροχής υπηρεσιών υγείας (Μονάδες
ενταντικής θεραπείας, εντατικής φροντίδας, μονάδες τεχνητού νεφρού και άλλες
εξειδικευμένες υπηρεσίες) και στη βελτίωση της ποιότητας των συνθηκών διαμονής
των ασθενών.
Η αξιοποίηση τεχνολογικών μεθόδων και τεχνολογίας
(βιοϊατρική τεχνολογία, πληροφοριακά συστήματα και τηλεϊατρική) με στόχο τη
βελτίωση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας των δομών του Εθνικού
Συστήματος Υγείας.
Η ενίσχυση των δομών στον τομέα της επείγουσας
προνοσοκομειακής ιατρικής φροντίδας με στόχο τη δημιουργία ολοκληρωμένου
δικτύου σε εθνικό επίπεδο και τη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας με έμφαση στην
αντιμετώπιση προβλημάτων που προκύπτουν απο τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες της
χώρας (νησιά, ορεινές δύσβατες περιοχές κλπ).
Η διεύρυνση των δικτύων και των υπηρεσιών για τη
στήριξη της πρόληψης, τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας και τη βελτίωση της
ποιότητας ζωής των πολιτών (Δημιουργία υποδομής για τη λειτουργία Εργαστηρίων
Δημόσιας Υγείας στις Περιφέρειες).
Τομέας Πρόνοιας:
Η θεσμοθέτηση Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής
Φροντίδας, με βασικούς άξονες την εναρμόνιση των κανόνων λειτουργίας και
προδιαγραφών των προνοιακών φορέων, την καθιέρωση δεικτών ποιότητας, την
εγγύηση της πρόσβασης των ευπαθών ομάδων σε ολοκληρωμένη κοινωνική προστασία,
την υποστήριξη και οργάνωση του εθελοντισμού και την αποκέντρωση ευθυνών και
αρμοδιοτήτων στις τοπικές κοινωνίες.
Η ανάπτυξη υπηρεσιών υποστήριξης για ευπαθείς
ομάδες του πληθυσμού με στόχο τη δημιουργία των προυποθέσεων απασχόλησης και
κοινωνικής ένταξης τους. (Κέντρα Κοινωνικής Υποστήριξης και Κατάρτισης ΑΜΕΑ,
Εθνικό Κέντρο Άμεσης Κοινωνικής Βοήθειας, ευέλικτα συστήματα προσφοράς
κοινωνικών υπηρεσιών). Οι δράσεις αυτές προωθούν τη σταδιακή διαδοχή κλειστών
συστημάτων πρόνοιας με ανοιχτές δομές μέσα και όχι έξω από τον οικογενειακό και
κοινωνικό ιστό.
Η συμπλήρωση της υποδομής σε κέντρα παροχής
ολοκληρωμένης κοινωνικής προστασίας (Κέντρα αυτιστικών ατόμων, ξενώνες
ημιαυτόνομης διαβίωσης κοκ)
Η ανάπτυξη νέων δράσεων στο τομέα της παιδικής
προστασίας, (Βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί και κέντρα δημιουργικής
απασχόλησης παιδιών, κέντρα ψυχοκοινωνικής στήριξης παιδικής και εφηβικής
ηλικίας, υποστηρικτηκές υπηρεσίες για ανήλικους παραβάτες κ.α)
Η διαρκής κατάρτιση και ενημέρωση του ανθρώπινου
δυναμικού της πρόνοιας σε επαγγελματική και εθελοντική βάση στα πλαίσια του
ιδιαίτερου συστήματος πιστοποίησης φορέων κατάρτισης που διαμορφώθηκε για το
τομέα υγεία -πρόνοια από το Β΄ΚΠΣ.
Πολιτισμός
Παρούσα Κατάσταση - Αποτελέσματα Β’ ΚΠΣ
Ο Πολιτισμός αποτελεί ένα απο τα βασικά συγκριτικά
πλεονεκτήματα της Ελλάδας, το κατ’ εξοχήν επικοινωνιακό μέσο για την προβολή
της χώρας διεθνώς. Μέσω πρωτοβουλιών που έχουν αναληφθεί (όπως π.χ. ο θεσμός
της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας κ.α.)
αλλά και μέσω της δημιουργίας δικτύων (όπως τα Πολιτιστικά Δίκτυα
Παραευξεινίων, Βαλκανικών και Μεσογειακών χωρών), η χώρα παίζει ένα σημαντικό
ρόλο τόσο στα πολιτιστικά πράγματα της ευρύτερης περιοχής, όσο και στην Ευρώπη
και σε άλλες Ηπείρους.
Παράλληλα είναι γνωστό οτι ο ελληνικός πολιτισμός
και ειδικότερα η πολιτισμική κληρονομιά αποτελούν ένα απο τους κυριότερους
παράγοντες προσέλκυσης τουριστικού ενδιαφέροντος στη χώρα μας. Ο πλούτος των
μνημείων, των αρχαιολογικών χωρών και διαδρομών συνιστά αυτοτελές έρεισμα για
την ανάπτυξη υψηλής ποιότητας και δωδεκάμηνης διάρκειας πολιτιστικού και
συνεδριακού τουρισμού. Η διαφοροποίηση και ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού
προϊόντος, η ανάπτυξη ήπιων/εναλλακτικών μορφών τουρισμού για επιμήκυνση της
τουριστικής περιόδου και την προσέλκυση επισκεπτών υψηλής εισοδηματικής τάξης,
αποτελούν κατευθύνσεις που εμφανίζουν μεγάλες δυνατότητες και δεν έχουν επαρκώς
αξιοποιηθεί.
Άν και η ελληνική δημιουργία στο χώρο του
Πολιτισμού έχει πετύχει διεθνή αναγνώριση, οι σχετικά περιορισμένοι πόροι που
διατίθενται στον τομέα του Πολιτισμού, οι περιορισμένες παρεμβάσεις για τη
διάσωση, την ανάδειξη μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, τη βελτίωση των
προσφερόμενων υπηρεσιών, οι ελλείψεις υποδομών σύγχρονης πολιτισμικής
δημιουργίας (Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης, ’Οπερα, Ακαδημία Κινηματογράφου κ.λ.π.),
περιορίζουν τις δυνατότητες ανάπτυξης του τομέα. Μεγάλο τμήμα των αναγκών δεν
καλύπτεται και ο χώρος του Πολιτισμού παρουσιάζει μεγάλες και συσσωρευμένες
ανάγκες.
Το Επιχειρησιακό Υποπρόγραμμα «Πολιτισμός» του Β’
Κ.Π.Σ. αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια διαμόρφωσης μιάς συγχρηματοδοτούμενης από
την Ε.Ε. διαρθρωτικής παρέμβασης στον τομέα του Πολιτισμού σε εθνικό επίπεδο.
Στόχευε κυρίως στη βελτίωση και ενίσχυση του τουριστικού προιόντος και στην
τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της αξιοποίησης, αναβάθμισης και
ορθολογικής διαχείρισης των πολιτιστικών υποδομών και δραστηριοτήτων.
Προηγούμενες παρεμβάσεις στον Τομέα του Πολιτισμού, τόσο στο πλαίσιο των ΜΟΠ,
όσο και του Α’ Κ.Π.Σ. ήταν τοπικής σημασίας και περιορισμένης εμβέλειας σε
σχέση με το συνολικό σχέδιο πολιτιστικής πολιτικής.
Με το Υποπρόγραμμα «Πολιτισμός», το Β΄Κ.Π.Σ. έθεσε
τους παρακάτω στόχους:
Την προστασία, συντήρηση, ανάδειξη και αξιοποίηση
των μνημείων και επιτευγμάτων του αρχαίου, βυζαντινού και νεώτερου ελληνικού
πολιτισμού.
Την ενίσχυση και αναβάθμιση της πολιστικής
υποδομής, ώστε να υποστηριχθεί η σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία.
Τη δημιουργία πολιτιστικών θεσμών που
αποσαφηνίζουν την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας και συμμετέχουν στη
δημιουργία τουριστικής ζήτησης.
Τη διάδοση και προβολή στο εξωτερικό του αρχαίου,
βυζαντινού και νεώτερου ελληνικού πολιτισμού και της σύγχρονης ελληνικής
δημιουργίας.
Την αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών.
Τη διάθεση πόρων σε μειονεκτούσες σχετικά περιοχές
που διαθέτουν πολιστικό υπόβαθρο.
Η Ενοποίηση των Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας, η
δημιουργία υποδομής σε πόλεις εκτός της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, η
επέκταση/εκσυχρονισμός Μουσείων, η βελτίωση της πολιτιστικής - τουριστικής
υποδομής με την αναστήλωση και ανάδειξη μνημείων και αρχαιολογικών χώρων και η
ενίσχυση του συνεδριακού και πολιτιστικού τουρισμού με τη δημιουργία κατάλληλων
χώρων στα Μέγαρα Μουσικής Αθήνας και Θεσσαλονίκης, είναι οι κύριες δράσεις του
Β’ Κ.Π.Σ. στον τομέα του Πολιτισμού.
Οι διατυπωμένοι ποσοτικοί και ποιοτικοί στόχοι του
προγράμματος καλύπτονται, με εξαίρεση:
το Μουσείο Ακρόπολης για το οποίο οι διαδικασίες
και άλλες ενέργειες απαίτησαν πολύ μεγαλύτερο χρόνο απ’ ότι είχε προβλεφθεί με
συνέπεια το έργο να απενταχθεί από το πρόγραμμα (χρηματοδοτείται απο άλλες
πηγές)
και το Κτηματολόγιο και Αρχείο Μνημείων που
παρέμεινε ανενεργό και πρόκειται να απενταχθεί.
Το πρόγραμμα του Πολιτισμού, το οποίο εγκρίθηκε
καθυστερημένα (τελευταίο μαζί με αυτό των ταχυδρομείων), παρουσίασε προβλήματα
που αντιμετωπίσθηκαν εγκαίρως και με τις κατάλληλες διορθωτικές κινήσεις
επιτεύχθηκε πλέον μία ικανοποιητική δομή και λειτουργία του προγράμμματος.
Η διαμόρφωση των στόχων και της στρατηγικής για
τον τομέα του πολιτισμού στην επόμενη προγραμματική περίοδο οριοθετείται απο το
ρόλο που καλείται να παίξει η χώρα μας στη διεθνή σκηνή στο πλαίσιο των
πρωτοβουλιών που έχει αναπτύξει, απο τις δυνατότητες που έχει ο τομέας να
συμβάλλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τουρισμού, απο τις νέες
δυνατότητες που οι τεχνολογικές εξελίξεις δίνουν στον τομέα, απο τις
συσσωρευμένες ανάγκες που υπάρχουν και απο τις παρεμβάσεις που ήδη έχουν
δρομολογηθεί στο πλαίσιο των εθνικών και συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων. Ο
Πολιτισμός θα πρέπει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις που τίθενται απο τα
κορυφαία γεγονότα της επερχόμενης τετραετίας, την Πολιτιστική Ολυμπιάδα (2000 -
2004) και τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας (2004).
Οι εξελίξεις στην τεχνολογία προσφέρουν τη
δυνατότητα στον ελληνικό πολιτισμό να άρει τα εμπόδια στην διάχυσή του, που
επιβάλλει η γλώσσα, ενώ καθιστούν την πολιτιστική κληρονομιά σημαντική
πλουτοπαραγωγική πηγή, καθώς η Ελλάδα και η Ιταλία κατέχουν και ελέγχουν το 30%
των δικαιωμάτων της πολιτιστικής κληρονομιάς παγκοσμίως. Οι εφαρμογές που έχουν
αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια (Internet, CD - ROM κ.ά.) μπορούν να αξιοποιηθούν για την προβολή του
Ελληνικού Πολιτισμού, την εκπαίδευση των νέων και την ενημέρωση του ευρύτερου
κοινού. Ταυτόχρονα η σύγχρονη τεχνολογική υποδομή δίνει τη δυνατότητα για
αποτεσματικότερη λειτουργία, τον διοικητικό - διαχειριστικό εκσυγχρονισμό των
υπηρεσών του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς και για την αξιοποίηση του ανθρώπινου
δυναμικού και των λοιπών πόρων.
Η Πολιτιστική Πολιτική για την περίοδο 2000 - 2006
αναπτύσσεται σε δύο πεδία:
Την προβολή και ανάδειξη της Πολιτιστικής
Κληρονομιάς
Την ανάπτυξη του Σύγχρονου Ελληνικού Πολιτισμού
Πολιτιστική Κληρονομιά
Στον τομέα της Πολιστικής Κληρονομιάς η παρουσία
του κράτους (σχεδιασμός και άσκηση κρατικής πολιτικής) είναι εκ του Συνταγμάτος
καθοριστική.
Στο χώρο των Μουσείων, στόχοι είναι η εμπέδωση
μιας σύγχρονης μουσειολογικής αντίληψης, η οργάνωση διαδρομών επισκέψεων, η
ανάδειξη της εκπαιδευτικής τους διάστασης και περιοδικών εκθέσεων τους, η
ένταξη στην καθημερινή πολιτιστική ζωή του τόπου με το άνοιγμά τους στη
σύγχρονη πολιστική δράση.
Στο χώρο των Αρχαιολογικών Χώρων και των Μνημείων,
στόχοι είναι η συνέχιση του επίπονου και χρονοβόρου προγράμματος στερέωσης και
συντήρησης, η ανάδειξη των χώρων, η προσέλκυση επισκεπτών με την ένταξη χώρων
και μνημείων σε πολιτιστικές διαδρομές, η οργάνωση διόδων επισκέψεων, η σήμανση
των χώρων, η ένταξη ορισμένων μνημείων στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή.
Άλλοι στόχοι της Πολιστικής Πολιτικής στον τομέα
της Πολιτιστικής Κληρονομιάς είναι :
Η καταγραφή κινητών και ακινήτων μνημείων της
πολιτιστικής κληρονομιάς με την πλήρη ανάπτυξη του Εθνικού Αρχείου Μνημείου και
του Αρχαιολογικού Κτηματολογίου.
Η οικονομική αξιοποίηση των πνευματικών
δικαιωμάτων του Κράτους επί της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η επιστημονική αξιοποίηση της αρχαιολογικής
έρευνας.
Σύγχρονος Ελληνικός
Πολιτισμός
Στον τομέα αυτό η παρουσία του ελληνικού κράτους
είναι καθοριστική σε ότι αφορά στη δημιουργία βασικής υποδομής και μεγάλων θεσμών,
ενώ έχει επικουρικό ρόλο σε ότι αφορά στη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία.
Η ενίσχυση των υποδομών του σύγχρονου ελληνικού
πολιτισμού (Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης, Όπερα, Ακαδημία Κινηματογράφου κ.λ.π.)
και η δημιουργία νέων σημαντικών θεσμών -κυρίως στην περιφέρεια- είναι η
κατεύθυνση στην οποία θα κινηθούν οι παρεμβάσεις στον τομέα αυτό.
Τα Εκπαιδευτικά Πολιτιστικά Δίκτυα και τα
εκπαιδευτικά προγράμματα του ΥΠΠΟ για την προσέγγιση του ευρέος κοινού (και
ιδίως των παιδιών) με διάφορες μορφές τέχνης, η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών,
η δημιουργία του Πολιτιστικού Χάρτη της Ελλάδας, η διασύνδεση των πολιτιστικών
θεσμών μεταξύ τους και η προβολή τους στο εξωτερικό, αποτελούν σημαντικές
πρωτοβουλίες στο χώρο αυτό.
Ιδιαίτερα σημαντική επίσης είναι η διοργάνωση της
Πολιτιστικής Ολυμπιάδας τόσο ως ζήτημα θεσμού, με τη μορφή του Διεθνούς μη
Κυβερνητικού Οργανισμού, όσο και της πράξης εφαρμογής του, με τη μορφή ενός
μεγάλου και κατ’ εξοχήν επικοινωνιακού γεγονότος, που θα διαρκέσει απο το 2000
μέχρι το 2004.
Με βάση τους παραπάνω στόχους το κύριο βάρος της
παρέμβασης για την επόμενη προγραμματική περίοδο θα αφορά δράσεις που
συνεχίζουν και ολοκληρώνουν την προσπάθεια που ξεκίνησε με το Β’ Κ.Π.Σ..
Παράλληλα, ένα μικρότερο μέρος των πόρων θα κατευθυνθεί σε δράσεις που
λειτουργούν συμπλήρωματικά με τις προηγούμενες. Η σύνθεση αυτή διασφαλίζει τόσο
τη συνέχιση στην ασκούμενη Πολιτιστική Πολιτική, όσο και την απαραίτητη
προσαρμογή της στις νέες απαιτήσεις και ανάγκες, ενόψει του 21ου
αιώνα.
Ειδικότερα προτείνονται:
Η αναβάθμιση της υποδομής και βελτίωση των
προσφερόμενων υπηρεσιών στο χώρο των Μουσείων.
Η επανένταξη του νέου Μουσείου Ακρόπολης. Μετά την
εξέταση του ρεαλιστικού χρονοδιαγράμματος του έργου και της ετοιμότητάς του απο
πλευράς πρότερων διαδικασιών (αρχαιολογική έρευνα, απαλλοτριώσεις, πρόσληψη
Τεχνικού Συμβούλου, τεύχη δημοπράτησης έργου) μέχρι τέλους 1999, ο κύριος όγκος
των δαπανών των έργων θα πραγματοποιηθεί κατά το χρονικό διάστημα 2000 - 2004.
Η Ανάδειξη Μνημείων, Συνόλων και Αρχαιολογικών
Χώρων.
Η Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας. Μέχρι
τέλους 1999 θα έχουν ολοκληρωθεί οι αναγκαίες προεργασίες των έργων
(αρχαιολογική έρευνα, μελέτες, ανάδειξη αναδόχων κλπ), ώστε ο κύριος όγκος των
δαπανών να πραγματοποιηθεί κατά το διάστημα 2000 - 2004.
Η ανάπτυξη Εθνικού Πολιτιστικού Πληροφοριακού
Συστήματος. Η δράση αυτή αποσκοπεί στην εγκατάσταση τεχνολογικής υποδομής και
στην ανάπτυξη επιλεγμένων εφαρμογών, για τη διαρκή υποστήριξη του ρόλου του
ΥΠΠΟ στην προώθηση του Πολιτισμού.
Η ενίσχυση ιδιωτικών επενδύσεων. Πρόκειται περί
χρηματοδότησης ιδιωτικών έργων αποκατάστασης και αναστήλωσης μνημείων και
συνόλων, μέσω του Ν.2557/97.
Οι ενέργειες κατάρτισης-συνεχιζόμενης εκπαίδευσης,
(παραδοσιακά επαγγέλματα για έργα αποκατάστασης μνημείων, σύγχρονα επαγγέλματα
συνδεδεμένα με τον πολιτισμό και την κοινωνία της πληροφορίας).
Παρούσα Κατάσταση- Αποτελέσματα Β΄ΚΠΣ
Ο μεγάλος αριθμός και η ποικιλία ευαίσθητων και
σπάνιας αξίας οικοσυστημάτων που χαρακτηρίζει το φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας,
σε συνδυασμό με ταχείες και ανεπαρκώς προγραμματισμένες πληθυσμιακές και
οικονομικές συγκεντρώσεις, με απουσία περιβαλλοντικής συνείδησης και με επί
δεκαετίες ελλειπείς κρατικές παρεμβάσεις πρόληψης, ελέγχου και επανόρθωσης,
οδήγησε στη συσσώρευση πολλών και δυσεπίλυτων περιβαλλοντικών προβλημάτων. Η
αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ισορροπίας, στο βαθμό του εφικτού, απαιτεί
πολυετείς, πολυδιάστατες και υψηλού κόστους παρεμβάσεις και δεν μπορεί να
επιτευχθεί στο σύντομο χρονικό διάστημα μιας ή δύο προγραμματικών περιόδων.
Η γεωγραφική διασπορά των προβλημάτων και η
διαφοροποιημένη μορφή και αιτιολογία τους δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες.
Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική χρήση
των διαθέσιμων πόρων, που αναγκαστικά είναι σχεδόν πάντα υποδεέστεροι των
αναγκών, αλλά και η διαχείριση των παρεμβάσεων εντός των δυνατοτήτων του
διαθέσιμου οργανωτικού και στελεχιακού δυναμικού, απαιτείται αυστηρή ιεράρχιση
προτεραιοτήτων με βάση την ένταση του προβλήματος, το ρυθμό επιδείνωσης και το
χρονικό ορίζοντα για την αντιμετώπισή του.
Απο την άλλη πλευρά, η έγκαιρη πρόληψη δημιουργίας
νέων περιβαλλοντικών πιέσεων και προβλημάτων αφορά και πρέπει να ενσωματώνεται
στο σύνολο σχεδόν των δημοσίων παρεμβάσεων και πολιτικών και δεν μπορεί να
είναι αντικείμενο ενός τομεακού προγράμματος για το περιβάλλον. Στα πλαίσια
αυτά, όπως είδαμε στα προηγούμενα, οι πολιτικές για τη γεωργία, την ενέργεια,
τη βιομηχανία, τις αστικές μεταφορές κλπ, έχουν συμπεριλάβει την περιβαλλοντική
διάσταση με υψηλό βαθμό προτεραιότητας.
Η προστασία του υδατικού περιβάλλοντος από τα
αστικά και βιομηχανικά λύμματα, η βελτίωση της διαχείρισης των συστημάτων
ύδρευσης και η αντιμετώπιση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης της Αθήνας
χαρακτηρίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1990 ως ιδιαίτερα επείγοντα και ως τέτοια
συγκέντρωσαν των κύριο όγκο των πόρων και παρεμβάσεων στα πλαίσια του
Επιχειρησιακού Προγράμματος για το Περιβάλλον (ΕΠΠΕΡ), του Ταμείου Συνοχής, των
περιφερειακών προγραμμάτων και των κοινοτικών πρωτοβουλιών. Η επιτευχθείσα
πρόοδος στους τομείς αυτούς είναι ιδιαίτερα σημαντική χωρίς φυσικά αυτό να
σημαίνει ολκλήρωση του στόχου και κάλυψη όλων των αναγκών.
Η βραδεία αλλά μακροπρόθεσμα πολύ σημαντική
εξέλιξη με το Κτηματολόγιο και τις χωροταξικές μελέτες που χρηματοδοτεί το
Β΄ΚΠΣ δημιουργούν σταδιακά μια ικανή βάση άσκησης πολιτικής χρήσεων γής που θα
επιτρέψει τον και εκ των προτέρων και όχι -κατά τα συνήθη- τον εκ των υστέρων
χωρικό προγραμματισμό των δραστηριοτήτων των πολιτών και των επιχειρήσεων.
Η ανάπτυξη δικτύων καταγραφής και ανάλυσης των
περιβαλλοντικών εξελίξεων, καθώς και δικτύων ελέγχου της περιβαλλοντικής
συμπεριφοράς εντάχθηκαν στο Β΄ΚΠΣ καθώς αποτελούν επίσης βασικές προϋποθέσεις
άσκησης αποτελεσματικής περιβαλλοντικής πολιτικής.
Οι -πιλοτικού χαρακτήρα για την Ελλάδα- παρεμβάσεις
προστασίας και διαχείρισης ευαίσθητων, απειλούμενων βιοτόπων και οικοσυστημάτων
εκτός του ότι αποτελούσαν υποχρεώσεις της χώρας στα πλαίσια Διεθνών Συνθηκών,
προσέφεραν πολύ σημαντικά στην ενίσχυση της περιβαλλοντικής συνείδησης, στην
ανάπτυξη ειδικής τεχνογνωσίας και στην ανάδειξη των προυποθέσεων για την
αρμονική συμβίωση ανθρώπινων δραστηριοτήτων και ευαίσθητων οικοσυστημάτων.
Αντίθετα, ιδιαίτερα περιορισμένα και ανεπαρκή
κρίνονται τα αποτελέσματα της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου στη διαχείριση
των στερεών απορριμάτων, στην εξοικονόμηση υδάτινων πόρων, στη προστασία των
δασών, ενώ η καθυστέρηση στην έναρξη και στους ρυθμούς υλοποίησης των δράσεων
βάσης που περιγράψαμε πιο πάνω επέτρεψε την περαιτέρω επιδείνωση του
ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Μετά από μια μακρά περίοδο ανεπαρκούς δημόσιας
πρωτοβουλίας, η βούληση να γίνουν όσα περισσότερα γίνεται σε όλους τους τομείς
μέσα στην τρέχουσα προγραμματική περίοδο ήταν κατανοητή μέν, δεν λειτούργησε
όμως υπέρ της αποτελεσματικότητας του επιχειρησιακού προγράμματος.
Οι εξελίξεις στο περιβάλλον είναι σταδιακές και
σπάνια αιφνιδιάζουν. Με την έννοια αυτή ο όρος “νέες προκλήσεις” πρέπει να
αντιμετωπισθεί διαφορετικά. Μια από τις κυριότερες “νέες” προκλήσεις είναι η υπέρβαση
των προβλημάτων συντονισμού, οργάνωσης και αποφασιστικότητας για την επιτάχυνση
των δράσεων που προγραμματίζονται και την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων.
Αδικαιολόγητες κοινωνικές αντιδράσεις όπως αυτές που ουσιαστικά ανέστειλαν κάθε
πρωτοβουλία επίλυσης του προβλήματος των αστικών απορριμάτων, ή του
εξορθολογισμού στη χρήση (αρδεύσεις) των υδάτινων πόρων, πρέπει να
αντιμετωπισθούν στα πλαίσια του νέου προγράμματος.
Η περιβαλλοντική διάσταση της ανεξέλεγκτης
εντατικοποίησης στη χρήση γεωργικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων αποκτά μεγάλη
σοβαρότητα και απαιτεί επείγουσα αντιμετώπιση.
Η άσκηση ενεργού πολιτικής χρήσεων γής δεν είναι
περαιτέρω αναβλητέα και η ύπαρξη των μέσων που ανέπτυξε το Β΄ΚΠΣ την καθιστούν
πλέον εφικτή.
Η συνεχής καταστροφή του δασικού πλούτου από
πυρκαγιές, με ρυθμούς ταχύτερους από τη φυσική και τεχνητή αναδάσωση πρέπει να
αντιστραφεί. Τα μηχανικά μέσα, τα συστήματα εγκαίρου προειδοποίησης, οι
υποδομές πρόσβασης και υποστήριξης πρέπει να φθάσουν στην κρίσιμη μάζα που θα
είναι ικανή να επιτύχει αυτή την αντιστροφή.
Η στρατηγική για τη νέα προγραμματική περίοδο
περιλαμβάνει τέσσερεις κύριες πτυχές:
Τη συνέχιση και ολοκλήρωση των μεγάλων έργων, των
υποστηρικτικών δράσεων και των δικτύων που χρηματοδοτούνται από το Β΄ΚΠΣ ώστε
αυτά να καταστούν πλήρως λειτουργικά.
Την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής μέριμνας και
πρόληψης σε όλα τα τομεακά και περιφερειακά προγράμματα ως αναπόσπαστο τμήμα
των επιμέρους πολιτικών και όχι ως αντικείμενο του ειδικού προγράμματος για το
περιβάλλον.
Τη συγκέντρωση της στόχευσης σε ένα περιορισμένο
αριθμό υλοποιήσιμων δράσεων για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση επειγόντων
προβλημάτων μείζονος κλίμακας.
την περιφερειακή αποκέντρωση της αντιμετώπισης
τοπικής ή δευτερεύουσας σημασίας προβλημάτων στα πλαίσια μιας κεντρικής
επιτελικής καθοδήγησης και υποστήριξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω οι κύριες δράσεις
της επόμενης προγραμματικής περιόδου θα αφορούν:
στη βιώσιμη διαχείριση των στερεών απορριμάτων
τόσο των μεγάλων αστικών κέντρων αλλά εξίσου, μέσω των περιφερειακών
προγραμμάτων, των ημιαστικών και αγροτικών κέντρων,
στον περιορισμό της ρύπανσης και της σπατάλης των
υδάτινων πόρων από τη γεωργική παραγωγή,
στην προστασία των δασών,
στον έλεγχο της τήρησης της περιβαλλοντικής
νομοθεσίας και των πολεοδομικών σχεδίων.
Αλλα θέματα όπως η προστασία και ανάδειξη βιοτόπων
μπορούν να πάρουν τη μορφή ολοκληρωμένων τοπικών πρωτοβουλιών με κεντρική
καθοδήγηση και υποστήριξη, ενώ τα μείζονα θέματα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης
αντιμετωπίζονται μέσω άλλων τομέων δράσης του Γ΄ΚΠΣ, όπως οι αστικές
συγκοινωνίες, το φυσικό αέριο, το πρόγραμμα ενέργειας (ίδε προηγούμενα) ή
αποτελούν αντικείμενα άλλων πολιτικών μή επιλέξιμων από το ΚΠΣ (πχ
αντικατάσταση παλαιών οχημάτων, έλεγχος κινητήρων κλπ).
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΝ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ
Η Πορεία προς την Κοινωνία της Πληροφορίας
Στο κατώφλι του 21ου αιώνα, η Κοινωνία της
Πληροφορίας (ΚτΠ) δημιουργεί νέα δεδομένα και νέες ευκαιρίες για την ανάπτυξη,
την ευημερία και την ποιότητα ζωής των Ελλήνων. Οι βάσεις πάνω στις οποίες
αναπτύσσεται είναι η ραγδαία εξέλιξη των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και
επικοινωνίας. Οι εφαρμογές που στηρίζονται σε αυτές αλλάζουν σε μεγάλο βαθμό
τον τρόπο επικοινωνίας και συναλλαγής των πολιτών. Με την κωδικοποίηση της
πληροφορίας που επιτρέπουν, οι τεχνολογίες αυτές είναι εργαλείο για τον
εκσυγχρονισμό του κράτους, την βελτίωση των σχέσεων κράτους / πολίτη, την
ενδυνάμωση των θεσμών. Παράλληλα, οι νέες τεχνολογίες πληροφορικής και
επικοινωνίας δίνουν την δυνατότητα παραγωγής νέων ή καλύτερων υπηρεσιών σε
τομείς όπως η υγεία, η ασφάλεια, το περιβάλλον, η διαφύλαξη της γλώσσας και της
πολιτιστικής κληρονομιάς.
Στην Κοινωνία της Πληροφορίας, ο νέος οικονομικός
ανταγωνισμός είναι βασισμένος πάνω στην τεχνολογία και την γνώση. Οι νέες
τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας, μαζί με την παγκοσμιοποίηση,
εντείνουν τον διεθνή ανταγωνισμό και αλλάζουν τον ρυθμιστικό ρόλο του κράτους,
αλλά ταυτόχρονα δίνουν νέες δυνατότητες συμμετοχής στη διεθνή οικονομική αγορά
στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και στις χώρες της περιφέρειας. Παράλληλα, οι
νέες τεχνολογίες αλλάζουν τη μορφή της αγοράς εργασίας, δημιουργούν νέες
δεξιότητες, την ανάγκη συνεχούς μάθησης, και επιβάλλουν τη μεταβολή του
εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την αναδιοργάνωση και προσαρμογή των
εργασιακών σχέσεων.
Οι ραγδαίες αυτές αλλαγές που συντελούνται σε
παγκόσμιο επίπεδο εγκυμονούν και κινδύνους, και επιβάλλουν πολιτικές για την
αντιμετώπισή τους. Δεν είναι νοητό οι νέες τεχνολογίες να δημιουργήσουν νέες
διακρίσεις σε πληροφοριακά έχοντες και μη-έχοντες (έναν νέο αναλφαβητισμό),
ούτε να οδηγήσουν στην περιθωριοποίηση ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και
εργαζομένων. Παράλληλα, είναι απαραίτητο στην Κοινωνία της Πληροφορίας να
συνεχίσουν να διαφυλάσσονται η προστασία του καταναλωτή, τα προσωπικά δεδομένα
και η πνευματική ιδιοκτησία, καθώς και η ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης.
Οι Προκλήσεις και οι
Ευκαιρίες για την Ελλάδα Σήμερα
Στην πορεία για την Κοινωνία της Πληροφορίας, η
Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις. Για να μπορέσει η χώρα να
καρπωθεί τα οφέλη των εξελίξεων στην τεχνολογία, πρέπει να αντιμετωπιστούν οι
σημερινές αδυναμίες «συνθηκών πλαισίου» (δυσκαμψία στις αγορές εργασίας,
κεφαλαίου, προϊόντων και υπηρεσιών) που εμποδίζουν νέες επενδύσεις και την
δημιουργία νέων οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι δυσλειτουργίες κρατικών
υπηρεσιών και μηχανισμών πρέπει να ξεπεραστούν, ενώ χρειάζεται ταχύτερη
ανάπτυξη τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σε ένα περιβάλλον πλήρους απελευθέρωσης.
Η Κοινωνία της Πληροφορίας είναι πρωταρχικά μία
κοινωνία της γνώσης, και η ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου πρέπει να αποτελεί
κεντρικό άξονα μιας στρατηγικής παρεμβάσεων. Τα χαμηλά ποσοστά εργατικού
δυναμικού με τις κατάλληλες δεξιότητες, η έλλειψη κινήτρων και διαδικασιών για
μετεκπαίδευση και συνεχή μάθηση πρέπει να αντιμετωπιστούν. Προτεραιότητα επίσης
είναι η προσαρμογή των παιδαγωγικών υποδομών (παιδαγωγική ύλη, προσωπικό,
υλικός εξοπλισμός) σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης στα νέα δεδομένα της
Κοινωνίας της Πληροφορίας.
Η Ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από
παραδοσιακή δομή και χαμηλό ποσοστό διάχυσης νέων τεχνολογιών στην μεταποίηση
και τις υπηρεσίες, καθώς και από ανεπαρκή έρευνα και επενδύσεις στις νέες
τεχνολογίες. Ο γεωγραφικός κατακερματισμός και μια περιφερειακή ανάπτυξη
βασισμένη συχνά σε βιομηχανικές "μονοκαλλιέργειες" σε ευάλωτους
τομείς περιπλέκουν την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό του βιομηχανικού
ιστού. Η ίδια η φύση όμως των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας,
με τις δυνατότητες ανάπτυξης σε μικρή κλίμακα, και την έμφαση στην γνώση, την
ευρηματικότητα και την προσαρμοστικότητα σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον,
προσφέρουν την δυνατότητα για ξεπέρασμα αυτών των αδυναμιών. Χρειάζεται όμως
και ένα συγκροτημένο αλλά και ευέλικτο πλέγμα κυβερνητικών πρωτοβουλιών, το
οποίο να προσφέρει κίνητρα και να δημιουργεί το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο.
Μια Συνολική
Κυβερνητική Στρατηγική για την Κοινωνία της Πληροφορίας
Στην σημερινή συγκυρία, που χαρακτηρίζεται από τις
προσπάθειες που καταβάλλει η χώρα μας για ένταξη στην Οικονομική και
Νομισματική Ένωση και την Ευρωπαϊκή ενοποίηση γενικότερα, είναι απαραίτητη μία
συνολική κυβερνητική στρατηγική για την Κοινωνία της Πληροφορίας, με
συγκεκριμένους στόχους και διαδικασίες εφαρμογής. Μιά τέτοια στρατηγική
στηρίζεται πάνω σε μερικές βασικές αρχές:
Ίσες ευκαιρίες: η Κοινωνία της Πληροφορίας πρέπει να δίνει πρόσβαση
στις ευκαιρίες, την γνώση και τις αγορές που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες σε
όλους τους πολίτες
Δημοκρατία και ατομικές ελευθερίες: η Κοινωνία της Πληροφορίας πρέπει να ενισχύει την
δημοκρατία (ανοιχτή κυβέρνηση) και να διαφυλάσσει τα δικαιώματα των πολιτών
Επιχειρηματικότητα: η Κοινωνία της Πληροφορίας θα αναπτυχθεί με βάση τους
μηχανισμούς της αγοράς, και η νομοθεσία και το θεσμικό πλαίσιο πρέπει να ενθαρρύνουν
τις νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες και την καινοτομία
Με βάση αυτές τις αρχές, η κυβερνητική πολιτική
για την Κοινωνία της Πληροφορίας εκφράζεται από μια σειρά από γενικούς στόχους:
Βελτίωση των υπηρεσιών στον πολίτη (εκσυγχρονισμός
της λειτουργίας του κράτους μέσω των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας,
μεγαλύτερη διαφάνεια, κλπ)
Καλύτερη ποιότητα ζωής (εφαρμογές τεχνολογιών
πληροφορικής και επικοινωνίας στην υγεία, το περιβάλλον, μεταφορές,
επικοινωνίες)
Εύρωστη οικονομική ανάπτυξη (δημιουργία νέων
επιχειρήσεων, ανάδυση νέων κλάδων, αύξηση της παραγωγικότητας και της
ανταγωνιστικότητας)
Αύξηση της απασχόλησης (βελτίωση των δεξιοτήτων
του ανθρώπινου δυναμικού, καλύτερη σχέση προσφοράς και ζήτησης δεξιοτήτων)
Εμβάθυνση της δημοκρατίας, συμμετοχή και
πληροφόρηση των πολιτών
Ισχυρή Ελλάδα (καλύτερη ασφάλεια, άμυνα, προστασία
της γλώσσας και του πολιτισμού)
Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, χρειάζεται η
συνεργασία και ενεργός συμμετοχή του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, ο
καθένας με διακριτούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους, σε μία κοινωνία των πολιτών
η οποία συμμετέχει και διαμορφώνει το χαρακτήρα της Κοινωνία της Πληροφορίας
μέσω συλλογικών οργάνων και διαλόγου. Ο ρόλος του ιδιωτικού τομέα είναι
κεντρικός: οι νέες τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας αλλά και οι
εφαρμογές τους με νέα προϊόντα και υπηρεσίες, όπως και αυξανόμενο μέρος των
βασικών υποδομών επικοινωνίας, αναπτύσσονται από ήδη υπάρχουσες επιχειρηματικές
πρωτοβουλίες αλλά και από επιχειρήσεις που δεν έχουν ακόμα δημιουργηθεί.
Στην πορεία για την Κοινωνία της Πληροφορίας, ο
ρόλος της πολιτείας είναι να δίνει τις βασικές κατευθύνσεις, και να προωθεί τις
προσαρμογές για την ΚτΠ, αξιοποιώντας το ρόλο του μεγαλύτερου χρήστη νέων
τεχνολογιών. Εξασκεί τον ρυθμιστικό της ρόλο, δημιουργώντας ένα ευέλικτο και
εξελισσόμενο ρυθμιστικό και κανονιστικό πλαίσιο, και διαφυλάσσοντας συνθήκες
υγιούς ανταγωνισμού. Προσφέρει υπηρεσίες στον πολίτη (με την προώθηση εφαρμογών
πληροφορικής στις δημόσιες υπηρεσίες, την παιδεία, την υγεία, το περιβάλλον,
τις μεταφορές, τον πολιτισμό), και εγγυάται την ασφάλεια, την λειτουργία της
δημοκρατίας και τις συνταγματικές ελευθερίες (με εφαρμογές πληροφορικής στην
ασφάλεια και την άμυνα, την πρόσβαση όλων των πολιτών στα νέα μέσα επικοινωνίας
και στις υπηρεσίες που προσφέρουν, την προστασία της ιδιωτικότητας του πολίτη
στις συναλλαγές).
Για την εφαρμογή στην πράξη και την υλοποίηση της
κυβερνητικής στρατηγικής για την ΚτΠ, είναι απαραίτητες μία σειρά
μεταρρυθμίσεις. Οι θεσμικές και οργανωτικές μεταρρυθμίσεις συμπεριλαμβάνουν την
αναδιοργάνωση των υπηρεσιών πληροφορικής στον δημόσιο τομέα, την αναβάθμιση
υπηρεσιών εποπτείας, και τη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου για δημόσια έργα
πληροφορικής. Στις ρυθμιστικές και κανονιστικές πρωτοβουλίες ανήκουν η ενίσχυση
κανονιστικών οργάνων, η συζήτηση για τον μελλοντικό τους ρόλο, και η
επανεξέταση κινήτρων και μηχανισμών επιδοτήσεων (ποιός ενισχύεται και με τι
μηχανισμούς). Προβλήματα συντονισμού σε ένα θέμα κατ΄εξοχήν οριζόντιο όπως η
ΚτΠ πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν. Τέλος, η πορεία για την ΚτΠ περνά από μία
διαδικασία δημοσίου διαλόγου και μία μόνιμη συνεργασία με φορείς του ιδιωτικού
τομέα.
Πρώτη σημαντική πτυχή της κυβερνητικής στρατηγικής
για την Κοινωνία της Πληροφορίας είναι οι δραστηριότητες που αφορούν την
εισαγωγή των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας στον δημόσιο τομέα, με
στόχο την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες και τις
επιχειρήσεις, την αποτελεσματική άσκηση των στρατηγικών και ρυθμιστικών
δραστηριοτήτων του κράτους, και την προαγωγή της δημοκρατικής λειτουργίας και
της διαφάνειας. Για το σκοπό αυτό, είναι απαραίτητες παρεμβάσεις για την
αναδιοργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών και οργανισμών, τον λειτουργικό
ανασχεδιασμό και την απλούστευση των διαδικασιών, την εκμετάλλευση όλων των
δυνατοτήτων που προσφέρουν οι τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών, καθώς
και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού και την βελτίωση των συνθηκών
εργασίας του σε ένα περιβάλλον δημιουργίας και χρήσης πληροφορίας.
Ανάπτυξη
συστημάτων πληροφορικής στις δημόσιες υπηρεσίες.
Στις δημόσιες υπηρεσίες, ήδη λειτουργούν ή
βρίσκονται στο στάδιο της υλοποίησης, ολοκληρωμένα συστήματα πληροφορικής, τα
οποία υποστηρίζουν σημαντικές διαχειριστικές λειτουργίες. Η περαιτέρω ανάπτυξη
των συστημάτων πληροφορικής της Δημόσιας Διοίκησης στοχεύει στην μετατροπή της
υπάρχουσας πληροφορίας σε ψηφιακή μορφή, την δημιουργία και συντήρηση βάσεων
δεδομένων, την εξασφάλιση της διασυνδεσιμότητας και διαλειτουργικότητας των
συστημάτων μέσω δημιουργίας ενδοϋπηρεσιακής και διϋπηρεσιακής υποδομής, την
υποστήριξη της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, την παροχή πληροφοριών προς τους
πολίτες και τις επιχειρήσεις, και τις ηλεκτρονικές συναλλαγές με τους πολίτες
και τις επιχειρήσεις.
Για την επίτευξη των στόχων αυτών,
προγραμματίζεται η ενίσχυση των υπηρεσιών στρατηγικού σχεδιασμού και εποπτείας
της υλοποίησης των επιμέρους δράσεων, η απλοποίηση των διαδικασιών υλοποίησης
δημοσίων έργων πληροφορικής (με έμφαση στην ανάθεση εργασιών σε επίπεδο
παρεχόμενης υπηρεσίας - service-level) και καθιέρωση κοινών διαδικασιών και προτύπων, η
προώθηση έργων αναδιοργάνωσης και πληροφορικής στους κρίσιμους τομείς
δραστηριότητας του κράτους (έσοδα και δαπάνες, κοινωνική ασφάλιση, υγεία,
δημόσια τάξη, δικαιοσύνη, εκπαίδευση, απασχόληση, χωροταξία, περιβάλλον,
μεταφορές, στατιστικά στοιχεία, περιφερειακή διοίκηση, αυτοδιοίκηση, κλπ) και η
δημιουργία ολοκληρωμένου περιβάλλοντος διαδικτύωσης.
Σχέσεις της Δημόσιας
Διοίκησης με τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
Για την προαγωγή της δημοκρατικής λειτουργίας και
της διαφάνειας, η Δημόσια Διοίκηση πρέπει να εξασφαλίζει την πρόσβαση των
πολιτών και των επιχειρήσεων στα δίκτυα και τις πληροφορίες. Προς την κατεύθυνση
αυτή, τα συστήματα πληροφορικής σχεδιάζονται ώστε, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις
απαιτήσεις για ασφάλεια, να είναι προσπελάσιμα από τους πολίτες και τις
επιχειρήσεις. Η πρόσβαση προς τα δίκτυα και τις πληροφορίες διευκολύνεται γιά
τις «μειονεκτικές» ομάδες πολιτών και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Κοινωνία της Πληροφορίας, Κοινωνία της
Γνώσης:
Οι
Τεχνολογιεσ Πληροφορικησ στην Εκπαιδευση και στην Επιστημονικη Ερευνα
Η διαρκώς αυξανόμενη χρήση νέων τεχνολογιών σε όλο
σχεδόν το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις
διαρκούς ενημέρωσης και κατάρτισης του ανθρωπίνου δυναμικού. Το εκπαιδευτικό
σύστημα, κυρίως, καλείται να προετοιμάσει τους αυριανούς πολίτες για να ζήσουν
σε μιά κοινωνία διαρκούς ανανέωσης της γνώσης, έχοντας σαν κύριο μέλημα τη
διασφάλιση της συμμετοχής όλων στη διαμορφούμενη Κοινωνία της Πληροφορίας.
Έχουμε πρωταρχική υποχρέωση να εξασφαλίσουμε για όλα τα παιδιά ίσες ευκαιρίες
στη μάθηση και στην απόκτηση των απαραίτητων ικανοτήτων που θα τα καταστήσουν
ικανά να παρακολουθούν τις τεχνολογικές εξελίξεις και να εξοικειώνονται με
αυτές, συμμετέχοντας ενεργά και ισότιμα στον ψηφιακό κόσμο του αύριο.
Μιά
συνολική πολιτική για την παιδεία του 21ου αιώνα.
Η επαναξιολόγηση και ο επαναπροσδιορισμός του
εκπαιδευτικού συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο και τις δυνατότητες
επίδρασης σ’αυτό των νέων τεχνολογιών, αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Οι νέες
τεχνολογίες μπορούν να συνεισφέρουν στη βελτίωση και τον επαναπροσανατολισμό
της διαδικασίας της μάθησης, μετατρέποντας το σχολείο σε χώρο αναζήτησης και
ανακάλυψης της γνώσης, ανταλλαγής ιδεών και απόψεων και δημιουργικής
απασχόλησης. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την εξοικείωση των μαθητών με τους
ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα πολυμέσα σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης,
όπως και την διδασκαλία της πληροφορικής και των νέων τεχνολογιών. Η ενημέρωση
και η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών στη χρήση υπολογιστών, δικτύων και μέσων
επικοινωνίας, καθώς επίσης και στη χρησιμοποίησή τους στην εκπαιδευτική
διαδικασία και στην προσωπική τους διαρκή ενημέρωση και αναζήτηση πηγών γνώσης,
αποτελούν πρωταρχικό παράγοντα επιτυχίας.
Υποδομές
και δίκτυα στα σχολεία και τα Πανεπιστήμια.
Η αξιοποίηση της πληροφορικής στη βελτίωση του
εκπαιδευτικού συστήματος απαιτεί την απαραίτητη υποδομή στα σχολεία. Στόχος
είναι η δημιουργία και εξοπλισμός εργαστηρίων πληροφορικής και νέων τεχνολογιών
(επικοινωνιών και οπτικοακουστικών μέσων), καθώς και η δημιουργία τοπικών
δικτύων και Πανεκπαιδευτικού δικτύου, που θα συνδέει όλα τα σχολεία με πηγές
εκπαιδευτικής πληροφόρησης, καθώς και με τον παγκόσμιο ιστό του Internet. Για τον σκοπό αυτό, απαραίτητη είναι η συνεργασία με
φορείς παροχής πρόσβασης στο Internet και
συμφωνία γιά ειδικές τιμές και ευνοϊκούς όρους για τα μέλη της εκπαιδευτικής
κοινότητας (σχολεία, μαθητές, φοιτητές, καθηγητές), όπως και η ενεργοποίηση της
τοπικής κοινωνίας των σχολείων (Δήμος, επιχειρήσεις, ενώσεις και επιμελητήρια)
γιά ενθάρρυνση και ενίσχυση των μαθητικών δραστηριοτήτων.
Παραγωγή
και διάχυση παιδαγωγικού και επιστημονικού περιεχομένου.
Η ποιότητα της διδασκαλίας με τα νέα μέσα
εξαρτάται από την ύπαρξη κατάλληλου παιδαγωγικού και επιστημονικού περιεχομένου
για τους μαθητές. Σημαντική είναι συνεπώς η ενίσχυση της παραγωγής ψηφιακού
υλικού εκπαιδευτικών πολυμέσων και δικτυακής διάθεσης του, με την
διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνιών γιά προμήθεια εξοπλισμού και λογισμικού από
την εκπαιδευτική κοινότητα, την ψηφιοποίηση ή παραγωγή, πιστοποίηση και
προτυποποίηση εκπαιδευτικού και πολιτισμικού υλικού και λογισμικού, τη
δημιουργία εκπαιδευτικού λογισμικού για την υποβοήθηση της διδασκαλίας, τη
δημιουργία ψηφιακών βιβλιοθηκών και δικτυακή σύνδεση τους, όπως και κέντρων
εξ’αποστάσεως επιμόρφωσης εκπαιδευτικών και μαθητών.
Οι
τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας στην έρευνα.
Οι δυνατότητες που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες
στην αναζήτηση πηγών γνώσης και διάδοση επιστημονικών ανακαλύψεων έχει συμβάλει
στην παγκοσμιοποίηση της έρευνας και προσφέρει τη δυνατότητα ενεργού συμμετοχής
σε ιδρύματα ανεξάρτητα της απόστασης τους από τα κέντρα επιστημονικής έντασης.
Απαραίτητη προϋπόθεση η επέκταση και βελτίωση της δικτυακής υποδομής
διασύνδεσης των πανεπιστημίων και των ερευνητικών ινστιτούτων, τόσο μεταξύ τους
όσο και με τα ιδρύματα του εξωτερικού (GU-NET, TEN 34, ΕΔΕΤ).
Οι Νέες Τεχνολογίες, Μοχλός για την
Ανάπτυξη, Εργαλείο για την Ανταγωνιστικότητα και την Απασχόληση
Οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν αναπτυξιακές
ευκαιρίες όταν συνδυάζονται με τη δημιουργία και το άνοιγμα αγορών σε νέα
προϊόντα και υπηρεσίες. Βασικός στόχος θα πρέπει να είναι συνεπώς η ενίσχυση
της οικονομικής μηχανής αξιοποιώντας την πληροφορία σε κρίσιμο παράγοντα στην
παραγωγή και προσφέροντας σε πολλούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας την ώθηση
για να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητά τους και να αναβαθμίσουν τα προϊόντα/υπηρεσίες
τους. Κάτι τέτοιο θα επιτρέψει την ανάπτυξη της χώρας σε σύγχρονο παγκόσμιο
εμπορικό κέντρο μέσω συνδέσεων με τις διεθνείς αγορές για ανταλλαγή αγαθών,
υπηρεσιών και τεχνογνωσίας, αξιοποιώντας ένα μορφωμένο και εφευρετικό ανθρώπινο
δυναμικό. Σκοπός είναι οι νέες τεχνολογίες να δημιουργήσουν απασχόληση σε νέους
ή και σε υφιστάμενους τομείς, αλλά και να βελτιώσουν τις δεξιότητες των
εργαζομένων ώστε να παραμένουν ανταγωνιστικοί στο εργασιακό περιβάλλον της
κοινωνίας της πληροφορίας.
Νέες
τεχνολογίες, νέες επιχειρήσεις και ανάπτυξη.
Για την διευκόλυνση δημιουργίας νέων δυναμικών
επιχειρήσεων βασισμένων στην τεχνολογία, θα συνεχιστούν ρυθμιστικές παρεμβάσεις
στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά και στην αγορά κεφαλαίου με
την υποστήριξη μηχανισμών που ενθαρρύνουν το επιχειρηματικό ρίσκο (venture capital). Για την
ενδυνάμωση του ρόλου της Ελλάδας στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο, θα ενισχυθεί η
συνεργασία για τη διείσδυση ελληνικών επιχειρήσεων σε γειτονικές χώρες, και η
μεταφορά τεχνογνωσίας και ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών μέσω κοινών
επιχειρηματικών πρωτοβουλιών. Απαραίτητες επίσης είναι πρωτοβουλίες για την
αναβάθμιση της βιομηχανίας πληροφορικής σε σημαντικό κλάδο της ελληνικής
οικονομίας, και ειδικά της αναδυόμενης βιομηχανίας ηλεκτρονικού πληροφοριακού
περιεχομένου (π.χ. multimedia, audiovisual), την απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών και εμπλοκή του
ιδιωτικού τομέα στην προσφορά υπηρεσιών και υποδομών, την επιτήρηση των δομών
της αγοράς, outsourcing δημοσίων
έργων πληροφορικής, καθώς και κίνητρα για την παραγωγή υπηρεσιών με υψηλή
προστιθέμενη αξία και εξαγωγικό προσανατολισμό.
Η
απασχόληση στην Κοινωνία της Πληροφορίας.
Για τη δυναμική αναπροσαρμογή της αγοράς εργασίας
στην Κοινωνία της Πληροφορίας, η πολιτεία σχεδιάζει ρυθμιστικές και επενδυτικές
παρεμβάσεις για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας σε αναδυόμενους τομείς και
επαγγέλματα σε ζήτηση, αλλά μεριμνά (με προγράμματα για την κατάρτιση και
επανειδίκευση εργατικού δυναμικού, κίνητρα για αναζωογόνηση περιοχών και κλάδων
σε ύφεση) και για την αντιμετώπιση της μείωσης της απασχόλησης σε
συγκεκριμένους τομείς και επαγγέλματα. Για την καλύτερη προετοιμασία των νέων
στις νέες δεξιότητες και νέες μορφές εργασίας, υλοποιούνται προγράμματα σπουδών
με έμφαση στη χρήση, αξιοποίηση και ανάπτυξη πληροφοριακών υπηρεσιών/προϊόντων,
και προγράμματα δια βίου κατάρτισης σε κοινωνικές ομάδες που χρειάζονται νέες ή
βελτιωμένες ικανότητες. Σειρά μέτρων είναι απαραίτητα για την αναγνώριση,
προώθηση, ανάπτυξη της τηλεεργασίας: η πληροφόρηση, ευαισθητοποίηση και διάχυση
καλών πρακτικών, η προσαρμογή του νομοθετικού πλαισίου και σε βάθος ανάλυση των
επιπτώσεων της τηλεεργασίας, και η προώθηση πιλοτικών έργων στο ιδιωτικό και
δημόσιο τομέα και ανάπτυξη τηλε-κέντρων σε απομακρυσμένες περιοχές.
Οι
τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνίας, όπλο για την ανταγωνιστικότητα των
επιχειρήσεων.
Στόχος είναι η πληροφορία και η γνώση να
αποτελέσουν στρατηγικό όπλο για τις επιχειρήσεις, με την εισαγωγή πρότυπων
εφαρμογών πληροφορικής που επιτρέπουν την ριζική αναδιοργάνωση των επιχειρήσεων
στα πλαίσια οργανωμένου επιχειρηματικού σχεδίου, και με μέτρα για καλύτερη
διασύνδεση εκπαιδευτικού συστήματος και επιχειρήσεων. Ειδικά ως προς την χρήση
και αξιοποίηση της πληροφορικής από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, θα ενισχυθούν
πρωτοβουλίες μόνιμης υποστήριξης σε θέματα ενημέρωσης και πληροφόρησης,
τεχνογνωσίας και επένδυσης για την πληροφορική. Γενικότερα, στόχος είναι η
εξασφάλιση σε κάθε επιχείρηση της πρόσβασης στην εθνική πληροφοριακή υποδομή
στα λογικά πλαίσια των δυνατοτήτων τους, η ευαισθητοποίηση του ιδιωτικού τομέα
(και τεχνική βοήθεια στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις) για το πρόβλημα του Ιού
της Χιλιετίας και της μετάβασης στο Ευρώ, όπως και η διασφάλιση της
ηλεκτρονικής τραπεζικής υποδομής για τις βασικές εμπορικές συναλλαγές.
Η
ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου.
Για την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, η
πολιτεία στοχεύει στο να προσφέρει το κατάλληλο ρυθμιστικό και νομοθετικό
πλαίσιο, με την προσαρμογή της εμπορικής νομοθεσίας, την υιοθέτηση ηλεκτρονικών
πληρωμών, όπως και μέτρων για τη δημιουργία συνθηκών εμπιστοσύνης και
προστασίας του καταναλωτή. Θα συνεχιστούν πρωτοβουλίες προώθησης του
ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως η υποβοήθηση της εισαγωγής πρωτοποριακών εφαρμογών
σε ιδιωτικές επιχειρήσεις με κλαδική διάσταση (κλαδικά έργα EDI, πρότυπα έργα ηλεκτρονικού εμπορίου), η διευκόλυνση των
μικρομεσαίων επιχειρήσεων με τη δημιουργία Ηλεκτρονικών Κέντρων Εμπορίου (ΗΚΕ),
η ανάπτυξη κέντρου διευκόλυνσης ηλεκτρονικού εμπορίου (Clearing House) και
Έμπιστης Τρίτης Οντότητας. Με στόχο την ανάδειξη της χώρας σαν ισότιμο και
ισχυρό εταίρος στο σύγχρονο διεθνές εμπορικό περιβάλλον, προωθούνται η
αναβάθμιση των λιμένων Πειραιά και Θεσ/νικης σε σύγχρονα ηλεκτρονικά
διαμετακομιστικά εμπορικά κέντρα, η οργανωμένη ηλεκτρονική προβολή των
επιχειρηματικών ευκαιριών της χώρας (π.χ. ηλεκτρονικές εκθέσεις, ηλεκτρονική
προβολή του τουρισμού κ.τ.λ.), η ηλεκτρονική διασύνδεση των γραφείων προώθησης
στο εξωτερικό (π.χ. εμπορικοί ακόλουθοι, γραφεία ΕΟΤ, ελληνικές τράπεζες), και
η ηλεκτρονική διασύνδεση με τις ελληνικές επιχειρηματικές κοινότητες του
εξωτερικού.
Ενίσχυση
της καινοτομίας και της διάχυσης των νέων τεχνολογιών.
Η βιομηχανική καινοτομία αποτελεί την βάση για την
αύξηση της παραγωγικότητας και την δημιουργία νέων προϊόντων και υπηρεσιών. Οι
πρωτοβουλίες για την ενίσχυση επενδύσεων στην έρευνα στοχεύουν σε μια στενότερη
σχέση έρευνας – βιομηχανίας, με κίνητρα σε επιχειρήσεις και ερευνητικούς φορείς
που επιδεικνύουν συνεχή και αποδοτική συνεργασία σε κοινά καινοτομικά
προγράμματα, και δίνουν την δυνατότητα από κοινού αξιοποίησης (εμπορική
εκμετάλλευση, κοινές επιχειρήσεις) καινοτομικών υπηρεσιών/προϊόντων. Στις
πρωτοβουλίες για την αποτελεσματικότερη διάχυση των νέων τεχνολογιών ανήκουν
μια οργανωμένη εκστρατεία διάχυσης και ενημέρωσης μέσω του "Έτους για την
Κοινωνία της Πληροφορίας" το 1999/2000, και η διασφάλιση της ενεργού
συμμετοχής στις εκστρατείες ενημέρωσης και πληροφόρησης φορέων που εκπροσωπούν
επιχειρήσεις και επαγγελματίες και όλων των κοινωνικών εταίρων.
Κοινωνία της Πληροφορίας και Βελτίωση
της Ποιότητας Ζωής: Υγεία, Περιβάλλον, Μεταφορές
Βελτίωση
των υπηρεσιών υγείας.
Βασικοί στόχοι της κυβερνητικής πολιτικής είναι η
ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες φροντίδας υγείας, με την ιατρική εξειδίκευση
και εμπειρία διαθέσιμη σε όλους, τη βελτίωση της ιατρικής εξυπηρέτησης και μια
πιό ορθολογική διαχείριση πόρων για την υγεία. Για την επίτευξη αυτών των
στόχων θα συνεχιστεί ο σχεδιασμός και η ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων για
την στήριξη διαδικασιών και διοικητικών υπηρεσιών, η ανάπτυξη πληροφοριακής και
επικοινωνιακής υποδομής στα νοσοκομεία και κέντρα υγείας, η διασύνδεση με την
εθνική επικοινωνιακή υποδομή για παροχή ευρυζωνικών υπηρεσιών, η
επιμόρφωση/εκπαίδευση υγειονομικού προσωπικού στη χρήση νέων τεχνολογιών
πληροφορικής και επικοινωνίας, η παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε υπηρεσίες
πολυμέσων και εφαρμογές τηλεϊατρικής και η ενίσχυση των προγραμμάτων έρευνας
και ανάπτυξης στην τηλειατρική/τηλεϋγεία. Παράλληλα θα προωθηθούν εφαρμογές
όπως ο ενιαίος ηλεκτρονικός φακέλος ασθενούς, ενώ θα ληφθούν μέτρα για την
ασφάλεια, την εμπιστευτικότητα, και την εξασφάλιση της αξιοπιστίας τηλεϊατρικών
υπηρεσιών.
Τεχνολογίες
πληροφορικής και επικοινωνιών, βελτίωση των υποδομών στις μεταφορές, βιώσιμη
ανάπτυξη.
Οι τηλεματικές εφαρμογές επιτρέπουν καλύτερη
διαχείριση οδικών, εναέριων και θαλάσσιων μεταφορών, ενώ παράλληλα βοηθούν στην
εξοικονόμηση φυσικών πόρων και έχουν θετικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Στις
μεταφορές, κυβερνητικές πρωτοβουλίες στοχεύουν στην υιοθέτηση συστημάτων
διαχείρισης της οδικής κυκλοφορίας, πληροφόρησης οδηγών, διαχείρισης στόλου,
τιμολόγησης διοδίων κλπ., την προώθηση συστήματος επικοινωνιών για τον έλεγχο
της εναέριας κυκλοφορίας, σε συνεργασία με τον αμυντικό τομέα της χώρας., και
την προώθηση ενιαίου συστήματος ηλεκτρονικής κράτησης θέσεων στην ακτοπλοΐα.
Στο περιβάλλον, ενθαρρύνεται η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών με λιγότερα υλικά
(αποϋλοποίηση), ενώ δράσεις στοχεύουν στην χρήση τηλεματικών υπηρεσιών για
δασοπυροσβέσεις και δασοπροστασία με την εγκατάσταση ηλεκτρονικών ανιχνευτών
και έγκαιρες σηματοδοτήσεις, όπως και για χαρτογραφήσεις και τηλεμετρήσεις
υδάτινων και ορεινών όγκων.
Τηλεπικοινωνιακές Υποδομές και Δίκτυα:
Οι Προϋποθέσεις για
την Ανάπτυξη της ΚΤΠ
Η
ανάπτυξη μιας εθνικής υποδομής επικοινωνιών
Η εθνική τηλεπικοινωνιακή υποδομή αποτελεί τη
ραχοκοκαλιά της κοινωνίας της πληροφορίας. Περιλαμβάνει ένα μεγάλο φάσμα
τερματικού εξοπλισμού (τηλεφωνικές συσκευές, τερματικά υπολογιστών, τηλεοπτικοί
δέκτες), ενσύρματες, ασύρματες, επίγειες και δορυφορικές επικοινωνίες, δίκτυα
υπολογιστών, συστήματα μετάδοσης και μεταγωγής, ψηφιακή τηλεόραση. Περιλαμβάνει
ακόμη υπηρεσίες και εφαρμογές λογισμικού, βάσεις δεδομένων, ηλεκτρονικά αρχεία
και ψηφιακές βιβλιοθήκες. Η υποδομή αυτή θα καταστήσει δυνατή τη γρήγορη,
φιλική και με χαμηλό κόστος αποθήκευση, ανάκτηση, διακίνηση και επεξεργασία της
ψηφικοποιημένης πληροφορίας (φωνή, δεδομένα, εικόνα, video). Καθοριστικό ρόλο στη πορεία της αγοράς αναμένεται να
διαδραματίσουν τα επενδυτικά προγράμματα των τηλεπικοινωνιακών εταιρειών, και
το ρυθμιστικό πλαίσιο σε ένα περιβάλλον τεχνολογικής σύγκλισης.
Αρχές
και μέτρα για την ανάπτυξη της υποδομής επικοινωνιών
Στόχος είναι η ευρεία παροχή ποιοτικά προηγμένων
τηλεπικοινωνιακών και οπτικοακουστικών υπηρεσιών σε εύλογο κόστος. Βασικές
αρχές για τη δημιουργία της υποδομής επικοινωνιών με κοινές πρωτοβουλίες απο
τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα είναι η ελεύθερη πρόσβαση στα δίκτυα και την
πληροφορία, η προώθηση και προστασία του ανταγωνισμού (διασύνδεση,
αριθμοδότηση, διαχείριση φάσματος, διευθυνσιοδότηση, αδειοδότηση,
διαλειτουργικότητα), η παροχή καθολικής υπηρεσίας, η διαφύλαξη ασφάλειας,
προσωπικού απορρήτου και η προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά και η
γλωσσική και πολιτιστική διαφοροποίηση με την ενθάρρυνση ανάπτυξης
περιεχομένου. Οι κυβερνητικές πρωτοβουλίες στοχεύουν στην δημιουργία του
κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου για την κοστολόγηση, χρηματοδότηση και μέτρα
εφαρμογής της καθολικής υπηρεσίας, και την διατύπωση κανόνων ανταγωνισμού και
μέτρα ελέγχου εφαρμογής των κανόνων για επενδυτικές πρωτοβουλίες σε ένα
περιβάλλον πλήρους απελευθέρωσης των τηλεπικοινωνιών.
Το
νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο στην Κοινωνία της Πληροφορίας.
Η τεχνολογία οδηγεί σε μεταλλαγή της κοινωνίας,
του κράτους και της οικονομίας. Η μεταλλαγή αυτή θέτει σε δοκιμασία τη
ρυθμιστική επάρκεια του ισχύοντος δικαίου και απαιτεί τον αναπροσανατολισμό της
από τους θεσμούς της βιομηχανικής κοινωνίας σε αυτούς της κοινωνίας της
πληροφορίας. Στην νομοθετική παρέμβαση στην ΚτΠ επιβάλλεται η αναζήτηση
τεχνολογικά ουδέτερων και φιλικών προς τα δικαιώματα του πολίτη κανονιστικών
λύσεων, οι οποίες είναι συχνά και «παγκοσμιοποιημένες», εφόσον η τεχνολογία των
δικτύων παγκοσμιοποιεί την επικοινωνία και τις αγορές. Σημαντικότερη όμως από
το περιεχόμενο των κανόνων είναι να αναζητηθούν διαδικασίες παραγωγής και
εφαρμογής του δικαίου ταχείες, ευέλικτες και ανοιχτές, με γνώμονα τις
δημοκρατικές αρχές.
Οι απαραίτητες νομοθετικές και ρυθμιστικές
πρωτοβουλίες για την ΚτΠ καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα: την προστασία των
δικαιωμάτων των πολιτών και της δημοκρατικής πολιτείας (πρόσβαση στην
πληροφόρηση, σε νέες υπηρεσίες επικοινωνίας και πληροφόρησης, στις πληροφορίες
του δημοσίου τομέα, προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα), την προστασία
δικαιωμάτων των καταναλωτών, ζητήματα πνευματικής ιδιοκτησίας (συγγραφικά
δικαιώματα και συγγενικά δικαιώματα, προστασία βάσεων δεδομένων, επωνυμίας /
σημάτων, ψηφιακή αξιοποίηση των έργων), νομικά προβλήματα στις ηλεκτρονικές
συναλλαγές (εγκυρότητα ηλεκτρονικών συναλλαγών, αναγνώριση ψηφιακής υπογραφής,
νομοθετικό πλαίσιο κρυπτογράφησης), δίκαιο ΜΜΕ (ζητήματα συγκέντρωσης, δημόσια
ραδιοτηλεόραση, διαφάνεια, πολυφωνία, θεσμικό πλαίσιο συνδρομητικής τηλεόρασης,
πολυμέσα / αμφίδρομα μέσα), εργασιακή και ασφαλιστική νομοθεσία για την
τηλεεργασία, όπως και ποινική νομοθεσια/κυρώσεις (εγκληματικότητα στον
κυβερνοχώρο, παράνομο και αθέμιτο περιεχόμενο στο internet, προστασία ανήλικων).
Ο Πολιτισμός στο Κέντρο της Κοινωνίας
της Πληροφορίας
Προβολή
του ελληνικού πολιτισμού, προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και της
ελληνικής γλώσσας.
Η συνέργεια πολιτισμού και επικοινωνίας, σε συνδυασμό
με τον ιδιαίτερο πλούτο του Ελληνικού πολιτισμού (εκτιμάται ότι η Ελλάδα και η
Ιταλία κατέχουν το 30% των πνευματικών δικαιωμάτων της παγκόσμιας πολιτιστικής
κληρονομιάς) καθιστούν πολύ σημαντικές τις δράσεις για τον πολιτισμό στα
πλαίσια της Κοινωνίας της Πληροφορίας. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του 2004 στην Αθήνα
προσθέτουν επιπλέον υποχρεώσεις και ευκαιρίες. Οι άξονες της πολιτικής σε αυτόν
τον τομέα αφορούν την αξιοποίηση της πληροφορικής, της τηλεματικής και των
πολυμέσων για την τεκμηρίωση και προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς
(διαχειριστική τεκμηρίωση μνημείων, εγγράφων, δημοσιευμάτων), την προβολή του
ελληνικού πολιτισμού, την οικονομική και αναπτυξιακή αξιοποίηση του
πολιτιστικού περιεχομένου, την προστασία της ελληνικής γλώσσας, και την επαφή
με την ελληνική ομογένεια.
Η Κοινωνία της Πληροφορίας, Μοχλός για
την Περιφερειακή Ανάπτυξη
Η
ισότιμη συμμετοχή όλων των περιφερειών στον παγκόσμιο χώρο.
Η ίδια η φύση των νέων τεχνολογιών πληροφορικής
και επικοινωνίας αποδεσμεύει από τοπικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς και
προσφέρει την δυνατότητα ισότιμης συμμετοχής όλων στον παγκόσμιο χώρο. Οι
γεωγραφικές, δημογραφικές και οικονομικές ιδιαιτερότητές της χώρας μας
συνιστούν πρόκληση αξιοποίησης των ευκαιριών της νέας τεχνολογίας, κυρίως όσον
αφορά την ανάπτυξη της περιφέρειας. Το υπό διαμόρφωση θεσμικό και αναπτυξιακό
πλαίσιο τείνει προς την αποκέντρωση της πληροφορίας, και δίνει, με την
αξιοποίηση και των διαρθρωτικών πόρων της Ε.Ε. για την ενθάρρυνση και την
ενίσχυση της πρόσβασης στις σύγχρονες τεχνολογίες πληροφορικής και
επικοινωνίας, τη δυνατότητα διαμόρφωσης ενός νέου περιβάλλοντος οικονομικής
ανάπτυξης στο περιφερειακό επίπεδο. Στόχος η ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη
(αξιοποίηση τοπικών ιδιαιτεροτήτων και φυσικού πλούτου, ενίσχυση των επενδύσεων,
απασχόληση), η ποιότητα ζωής (υπηρεσίες υγείας, προστασία του περιβάλλοντος,
βελτίωση της εξυπηρέτησης του πολίτη σε τοπικό επίπεδο), η δημοκρατική
συμμετοχή, αλλά και εθνικοί λόγοι για συγκεκριμένες περιφέρειες.
Κυβερνητικές
δράσεις για τις περιφέρειες.
Με προϋπόθεση την καθολική υπηρεσία
τηλεπικοινωνιών και ραδιοτηλεοπτική κάλυψη, άξονες της κυβερνητικής δράσης
είναι η ενίσχυση της υποδομής επικοινωνιών, η προώθηση νέων μορφών
τηλεϋπηρεσιών (τηλεεργασία, ιατρική, εκπαίδευση, ηλεκτρονικές συναλλαγές), η
ενίσχυση τοπικών εταιριών (πληροφορικής, τηλεπικοινωνιών, εκπαίδευσης, κ.λπ.),η
καλύτερη πρόσβαση σε πολιτιστικά θέματα σύμφωνα με τα προηγούμενα, η επιτόπια
εξυπηρέτηση πολιτών (ηλεκτρονικό one-stop-shop, ενθάρρυνση της αυτοεξυπηρέτησης, τοπικά κέντρα τηλεφωνικής
εξυπηρέτησης), η ενθάρρυνση της χρήσης των τραπεζών πληροφοριών του Δημοσίου
και άλλων τραπεζών παραγωγικών πληροφοριών, και η ομογενοποίηση σε τοπικό
επίπεδο κεντρικά σχεδιασμένων εφαρμογών (π.χ. δασολόγιο, κτηματολόγιο,
περιουσιολόγιο). Η εφαρμογή αυτών των δράσεων θα γίνει με όσο το δυνατόν
ευρύτερη συμμετοχή και ενεργοποίηση των τοπικών κοινωνικών εταίρων, με
προσήλωση στις τοπικές ιδιαιτερότητες, με την εκμετάλλευση υπάρχουσας και
δοκιμασμένης τεχνολογίας, και την αξιοποίηση υλοποιούμενων συναφών έργων σε
διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα και πρωτοβουλίες.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ :
Περιφερειακές Προτεραιότητες
Περιφερειακή Ανάπτυξη
Στόχοι και Στρατηγική
Βάσει των πλέον πρόσφατων διαθέσιμων στοιχείων ο βαθμός
κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων μεταξύ περιφερειών στη χώρα ακολουθεί πτωτική
πορεία και είναι χαμηλότερος από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο
επίτευγμα αυτό συνετέλεσαν κύρια τρείς παράγοντες: η περιφερειακή πολιτική
οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που χρηματοδοτήθηκε από τα κοινοτικά
Διορθωτικά Ταμεία και εθνικούς πόρους, η Κοινή Αγροτική Πολιτική στήριξης τιμών
και εισοδημάτων, και η ταχεία ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας.
Σε συγκεκριμένες κατηγορίες υποδομών όπως η υγεία,
η εκπαίδευση, τα δίκτυα ύδρευσης-αποχέτευσης, οι αρδεύσεις, η επαρχιακή
οδοποιία, τα αποτελέσματα του Β΄ ΚΠΣ είναι πολύ σημαντικά και οδηγούν σε κάλυψη
σε μεγάλο βαθμό των πιο άμεσων αναγκών. Καταγράφεται έτσι αξιοσημείωτη σύγκλιση
στα επίπεδα υποδομής σε σχέση με παλαιότερες περιόδους. Τα μεγάλα οδικά και
σιδηροδρομικά έργα του Β΄ΚΠΣ οδηγούν σε ριζική σμίκρυνση των χρονοαποστάσεων
μεταξύ των περιφερειών και συντείνουν σε σταδιακή μεταβολή του καταμερισμού
οικονομικών δραστηριοτήτων και προοπτικών στον ελλαδικό χώρο.
Η χώρα με τον τρόπο αυτό αποκτά μεγαλύτερη συνοχή
καθώς τα έργα επιφέρουν πολλαπλές θετικές επιδράσεις σε χωρικά σύνολα που
ξεπερνούν κατά πολύ αυτά που προσδιορίζονται από τη συγκεκριμένη γεωγραφική
τους θέση. Διαμορφώνεται έτσι ένα σύστημα στο οποίο κάθε στοιχείο του (αστικά
κέντρα, ύπαιθρος, ορεινός και νησιωτικός χώρος) και αντίστοιχα κάθε περιφέρεια
σε διοικητικό επίπεδο αναλαμβάνουν δυναμικούς και συμπληρωματικούς ρόλους.
Οι προοπτικές διεύρυνσης της ΕΕ με δύο Βαλκανικές
χώρες, τη Βουλγαρία και Ρουμανία, ενισχύει περαιτέρω τη σημασία της Βόρειας
Ελλάδας με κομβικό πόλο τη Θεσσαλονίκη, για την εξωστρέφεια της ελληνικής
οικονομίας και το γενικότερο γεωπολιτικό ρόλο της χώρας. Παράλληλα η
παρατεταμένη αστάθεια στη πρώην Γιουγκοσλαβία, οι τεχνολογικές εξελίξεις στις
ναυτιλιακές μεταφορές και η ανάπτυξη των οδικών προσβάσεων και λιμενικών
υποδομών από το Β΄ ΚΠΣ κατοχυρώνουν για τη Δ. Ελλάδα το ρόλο της πύλης της
χώρας προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξάλλου, πέραν της προαναφερθείσης Βαλκανικής
προοπτικής δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι γιά την ανάπτυξη της Ελληνικής
οικονομίας εξέχουσα θέση κατέχει – σήμερα και στο εγγύς μέλλον- ο λοιπός
Ευρωπαϊκός χώρος και ιδιαίτερα οι χώρες της Ε.Ε.
Όμως η άμβλυνση των ανισοτήτων σε επίπεδο
περιφερειών εξακολουθεί να υποκρύπτει θύλακες ανισοτήτων μέσα σε κάθε
περιφέρεια με ιδιαίτερη έμφαση σε ορισμένες ορεινές, παραμεθόριες και
νησιωτικές περιοχές. Παράλληλα, η οικονομική βάση ορισμένων περιφερειών
παραμένει ασθενής και με ασαφείς δυνατότητες αντιμετώπισης ενός πιό ανταγωνιστικού
περιβάλλοντος. Η διαπιστούμενη αύξηση των εισοδημάτων είχε, εν μέρει
τουλάχιστον, τη μορφή μεταβιβαστικών πληρωμών είτε στα πλαίσια της ΚΑΠ, είτε
στα πλαίσια των δαπανών του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, των ΔΕΚΟ και
άλλων κατηγοριών δαπάνης του δημόσιου τομέα. Έτσι ο σημερινός παραγωγικός ιστός
παρουσιάζει ελλείμματα ανταγωνιστικότητας και ικανότητας προσαρμογής στις
εξελίξεις της παγκόσμιας οικονομίας και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης προς την
οποία ταχύτατα ενσωματώνονται οι ελληνικές περιφέρειες.
Ο προαναφερθείς κομβικός ρόλος για τη Θεσσαλονίκη,
η ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων 2004 από την Αθήνα και η ανάδειξη ενός υπό
διαμόρφωση ευρωπαϊκού δικτύου αστικών κέντρων με έντονα στοιχεία ανταγωνισμού
ως προς την προσέλκυση διεθνών ή εθνικών δραστηριοτήτων, δημιουργούν νέες
απαιτήσεις ενεργητικού σχεδιασμού για τα μείζονα αστικά κέντρα της χώρας.
Οι ανωτέρω εκτιμήσεις συνιστούν τη βάση για το
σχεδιασμό των προτεραιοτήτων και της στρατηγικής της περιφερειακής πολιτικής
της προσεχούς προγραμματικής περιόδου. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε
περιφέρειας προσδιορίζουν φυσικά τους επιμέρους στόχους. Μπορούμε όμως να
διατυπώσουμε ορισμένες κοινές προτεραιότητες που πρέπει να διέπουν τον
περιφερειακό σχεδιασμό:
Προγραμματισμός δράσεων που αξιοποιούν τα έργα που
χρηματοδότησε το τομεακό σκέλος του Β΄ΚΠΣ και το Ταμείο Συνοχής. Δράσεις που
ολοκληρώνουν τα λειτουργικά χαρακτηριστικά των έργων αυτών και τα ενσωματώνουν
στο παραγωγικό δυναμικό της αντίστοιχης περιφέρειας.
Παρεμβάσεις που ενισχύουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα
της οικονομικής βάσης των περιφερειών, αναδεικνύουν τα συγκριτικά τους
πλεονεκτήματα και τονώνουν την εξωστρέφεια του παραγωγικού δυναμικού. Ιδιαίτερη
έμφαση αποκτούν αυτές οι παρεμβάσεις στη Βόρειο Ελλάδα και στη Δυτική Ελλάδα
στα πλαίσια του νέου ρόλου που αναλαμβάνουν.
Παρεμβάσεις για τη μείωση της απομόνωσης, την
πληθυσμιακή τόνωση και τον παραγωγικό εμπλουτισμό τον ορεινών, νησιωτικών και
παραμεθορίων περιοχών. Προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των
δράσεων απαιτείται συγκέντρωση της προσπάθειας σε περιορισμένο αριθμό κρίσιμων
προβλημάτων για τα οποία θα πρέπει να αναζητηθεί η πληρέστερη δυνατή
αντιμετώπιση.
Διαμόρφωση μιας περιφερειακής στρατηγικής για
διάχυση της καινοτομίας, ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στην έρευνα και τεχνολογία,
βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών, εκσυγχρονισμό
και προσαρμογή των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού.
Παρεμβάσεις προστασίας και ανάδειξης των
πολιτιστικών και περιβαλλοντικών αποθεμάτων κάθε περιφέρειας ως στοιχείων με μείζονα
αναπτυξιακή σημασία.
Κατά τη νέα προγραμματική περίοδο η δευτεροβάθμια
και πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση θα διαθέτει ιδιαίτερα σημαντικούς πόρους
από μεταβίβαση φορολογικών εσόδων οι οποίοι προσεγγίζουν το 4% των συνολικών
φορολογικών εσόδων του Ελληνικού Δημοσίου. Εκτιμάται ότι οι πόροι αυτοί θα
καλύψουν σε μεγάλο βαθμό τα μικρά έργα τοπικής εμβέλειας που αφορούν στη
ποιότητα ζωής. Κατά συνέπεια τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα θα
πρέπει κατά κανόνα να συγκεντρωθούν στην ικανοποίηση των πιο πάνω
προτεραιοτήτων.
Η ιδιαίτερα επιτυχής προσπάθεια της τρέχουσας
περιόδου γιά τη συγχρηματοδότηση έργων υποδομής με τη συμμετοχή του ιδιωτικού
τομέα, θα πρέπει να συνεχισθεί κατά τη νέα περίοδο με στόχο την προσέλκυση
ιδιωτικών κεφαλαίων όχι μόνο σε έργα εθνικής εμβέλειας, αλλά και σε έργα
περιφερειακού ή και τοπικού χαρακτήρα.
Ορεινές περιοχές
Εγκαταλελειμμένοι οικισμοί , χωριά γηροκομεία,
καταρρέουσες από έλλειψη συντήρησης υποδομές, πρωτόγονες συνθήκες στη κτηνοτροφία,
υποβάθμιση δασών και βοσκοτόπων, απουσία υπηρεσιών ποιότητας ζωής στους
κατοίκους και υπηρεσιών αναψυχής στους επισκέπτες, είναι κυρίαρχες εικόνες στα
ελληνικά βουνά. Παράλληλα τα μοναδικής ομορφιάς και αυθεντικότητας τοπία, η
πανταχού ορατή μακραίωνη ιστορία του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, η ταχέως
αυξανόμενη ζήτηση για εναλλακτικές μορφές ορεινού τουρισμού, η στροφή των
καταναλωτών σε προϊόντα οικολογικής καλλιέργειας ή εκτροφής αλλά και οι
σημαντικοί πόροι που έχουν δαπανηθεί από προηγούμενα προγράμματα και την ΚΑΠ,
δημιουργούν εύλογες απορίες για τα αίτια των πιο πάνω διαπιστώσεων.
Μια πρώτη προσέγγιση των αιτίων αναδεικνύει ότι:
Η διασπορά των παρεμβάσεων οδήγησε σε μη βιώσιμα
σχήματα ασύνδετων μεταξύ τους υποδομών, υπερβολικού κόστους συντήρησης και
λειτουργίας, συχνά ημιτελών ως προς το αναπτυξιακό τους αποτέλεσμα.
Χρησιμοποιήθηκαν εισαγόμενα πρότυπα δράσεων
αποκομμένα από τις επικρατούσες δεξιότητες και αντιλήψεις των ορεινών πληθυσμών
χωρίς τις αναγκαίες ενέργειες προσαρμογής και ενσωμάτωσης.
Αγνοήθηκαν πάγιοι πλουτοπαραγωγικοί πόροι που με
τον κατάλληλο εκσυγχρονισμό θα μπορούσαν να καταστούν ανταγωνιστικοί.
Δεν διασφαλίστηκε το ελάχιστο ανεκτό επίπεδο
υπηρεσιών υγείας, εκπαίδευσης, πολιτισμού και αναψυχής σύμφωνα με τα σύγχρονα
πρότυπα συνθηκών διαβίωσης.
Η οργάνωση των ΟΤΑ στα πλαίσια του «Καποδίστρια»
επιτρέπει τη δημιουργία μιας ορθολογικής ιεραρχίας ορεινών οικισμών. Ο
προγραμματισμός υποδομών και υπηρεσιών θα γίνεται σε επίπεδο ορεινής
μικροπεριφέρειας με κέντρα τις έδρες των νέων Δήμων και δικτύωση που να
διασφαλίζει δυνατότητες ευχερούς πρόσβασης στο σύνολο του πληθυσμού της
μικροπεριφέρειας. Το σύστημα θα πρέπει να διευκολύνει τη σταδιακή ανακατανομή
του πληθυσμού της μικροπεριφέρειας ενθαρρύνοντας την επανασύσταση ή τη δημιουργία
νέων ορεινών κωμοπόλεων.
Η αξιοποίηση της ζήτησης για εναλλακτικές μορφές
τουρισμού απαιτεί δεξιότητες και συνοδευτικές υπηρεσίες σε αναλογία πολύ
μεγαλύτερη σε σχέση με τις υποδομές πρόσβασης και διαμονής που είχαν έως τώρα
μονοπωλήσει σχεδόν τις προγραμματικές παρεμβάσεις.
Θεσμικές ρυθμίσεις σε σχέση με τους βοσκότοπους,
τη χρήση δασικών εκτάσεων, τους όρους δόμησης, τη χρήση υδάτινων πόρων, κοκ,
πρέπει να γίνουν παράλληλα με τις διαρθρωτικές δράσεις. Ο συνδυασμός αυτός
είναι αναγκαίος για την παραγωγική αξιοποίηση των πάγιων πλουτοπαραγωγικών
πόρων.
Συμβουλευτικές υπηρεσίες, χρηματοοικονομικά
κίνητρα και θεσμικές διευκολύνσεις πρέπει να συνδυασθούν για την ενίσχυση της
τοπικής επιχειρηματικότητας και την αξιοποίηση παραδοσιακών δεξιοτήτων.
Τα πιο πάνω είναι μερικές κατευθυντήριες σκέψεις
για το περιεχόμενο των νέων πρωτοβουλιών στον ορεινό χώρο. Στο προηγηθέν
κεφάλαιο για το Τομέα της Γεωργίας γίνεται επίσης αναφορά στα χαρακτηριστικά
και τις ανάγκες της ορεινής γεωργίας. Όμως η κλίμακα των παρεμβάσεων και η
διατομεακή μορφή τους καθιστούν τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα
καταλληλότερο μέσο άσκησης πολιτικής σε σχέση με το τομεακό πρόγραμμα. Αντίθετα
τα κοινά χαρακτηριστικά του προβλήματος, ο βαθμός καινοτομίας των δράσεων και η
ανάγκη ελέγχου της αποτελεσματικότητας απαιτούν ενιαίο σχεδιασμό προδιαγραφών
και μεθοδολογίας. Για τους λόγους αυτούς προτείνεται να ενταχθούν στα ΠΕΠ
υποπρογράμματα «Ολοκληρωμένων Παρεμβάσεων σε Ορεινές Περιοχές» ο σχεδιασμός των
οποίων όσον αφορά τη στρατηγική, τις μορφές παρέμβασης, και τις προδιαγραφές θα
είναι αντικείμενο συνευθύνης Περιφέρειας και Υπουργείων Εθνικής Οικονομίας και
Γεωργίας. Η επιλογή και διαχείριση των έργων θα γίνεται στο περιφερειακό ή και
χαμηλότερο επίπεδο. Πληθυσμιακή ανάκαμψη, τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας
και προστασία του περιβάλλοντος είναι οι δείκτες αξιολόγησης αποτελεσμάτων σε
κάθε μικροπεριφέρεια προγραμματισμού που θα επιλεγεί με συγκεκριμένα κριτήρια
για ένταξη στο Υποπρόγραμμα των Ολοκληρωμένων Παρεμβάσεων.
Νησιωτικός χώρος
Η μείωση της στρατηγικής σημασίας των νησιών στο
εθνικό και παγκόσμιο παραγωγικό σύστημα κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα – εξ
αιτίας των μεταβολών που σημειώθηκαν στο μοντέλο και στο σύστημα μεταφορών –
είχε ως αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση τους. Άμεση συνέπεια των παραπάνω ήταν η
οικονομική και δημογραφική συρρίκνωση του νησιωτικού χώρου, που σε ορισμένες
περιπτώσεις έλαβε διαστάσεις αποψίλωσης από κάθε δυναμικό στοιχείο.
Η ένταση της τουριστικής ανάπτυξης αποτελεί το
διακριτικό στοιχείο κατάταξης των ελληνικών νησιών σε δύο κύριες κατηγορίες:
νησιά-πόλοι τουριστικής ανάπτυξης και νησιά οικονομικής και δημογραφικής
παρακμής. Η κατάταξη αυτή βεβαίως, είναι μια αφετηρία και δεν αποδίδει όλα τα
επιμέρους υποσύνολα νησιωτικών χαρακτηριστικών. Δύο διαφορετικοί κόσμοι είναι
επίσης τα νησιά τη περίοδο του καλοκαιριού και τα νησιά εκτός εποχής. Δύο
διαφορετικά σύνολα είναι τα νησιά μεσαίου / μεγάλου μεγέθους με αναλογικά
σημαντικές πληθυσμιακές συγκεντρώσεις και αγροτικούς πόρους και τα πολύ μικρά
νησιά με βραχώδη εδάφη και ελάχιστο μόνιμο πληθυσμό.
Οι διακρίσεις αυτές όμως δεν πρέπει να επισκιάζουν
το γεγονός ότι, παρά την εκτεταμένη προσπάθεια που κατεβλήθη μέσω των έως
σήμερα προγραμμάτων, παραμένουν σε οξυμένη μορφή για τη πλειοψηφία των νησιών
ορισμένα κοινά προβλήματα που εμποδίζουν την ανάπτυξή τους και υποβαθμίζουν τη
ποιότητα ζωής των κατοίκων τους:
Η σύγκρουση των χρήσεων γης, η υπερεκμετάλλευση
των περιορισμένων φυσικών πόρων, η αλλοίωση ή ρύπανση ενός ιδιαίτερα ευαίσθητου
περιβάλλοντος όχι μόνο δυσχεραίνουν την περαιτέρω ανάπτυξη αλλά δημιουργούν και
προϋποθέσεις οπισθοδρόμησης.
Η αδυναμία παροχής καθολικών και διασφαλισμένων
υπηρεσιών υγείας και παιδείας εξακολουθεί να αποτελεί μείζον αίτιο πληθυσμιακής
αποψίλωσης στα μικρότερα νησιά.
Οι αραιές και συχνά διακοπτόμενες, λόγω καιρικών
συνθηκών, θαλάσσιες και εναέριες μεταφορές αυξάνουν το αίσθημα απομόνωσης και
ανασφάλειας των μονίμων κατοίκων και εμποδίζουν την ομαλή παραγωγική
δραστηριότητα.
Η κυριολεκτικά απόλυτη εξάρτηση της νησιωτικής
οικονομίας από τον τουρισμό την εκθέτει σε κυκλικές διακυμάνσεις ζήτησης, σε
έντονη εποχικότητα λειτουργίας, σε αδυναμία αξιοποίησης εναλλακτικών
συγκριτικών πλεονεκτημάτων και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και
πολιτισμικής συνοχής.
Η στελεχιακή και οργανωτική ανεπάρκεια της
κρατικής διοίκησης οδηγεί σε αδυναμία διεκπεραίωσης βασικών λειτουργιών
αδειοδότησης, πιστοποίησης και ελέγχου, αδυναμία που επιβαρύνεται από τις
ελλιπείς μεταφορικές διασυνδέσεις.
Στη περίπτωση των νησιών η γεωγραφική συγκέντρωση
των πόρων δεν προσφέρει αποτελεσματικές λύσεις αφού η κατάτμηση του φυσικού
χώρου αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της νησιωτικότητας. Είναι εντούτοις
κατεπείγον να αντιμετωπισθούν τα προαναφερθέντα προβλήματα στη διάρκεια της
προσεχούς προγραμματικής περιόδου μέσα στα δεδομένα όρια των διαθέσιμων πόρων.
Ένα θεματικά εξειδικευμένο πρόγραμμα δράσης για το νησιωτικό χώρο με
ολοκληρωμένες και καινοτόμες παρεμβάσεις στα προαναφερθέντα πεδία σε συνδυασμό
με την ευρεία χρήση δικτύων τηλεπληροφορικής (ενταγμένων στο πρόγραμμα για την
Κοινωνία της Πληροφορίας) συνιστούν μια νέα σε σχέση με το παρελθόν πρόταση. Η
εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στους τομείς των επικοινωνιών, της πληροφόρησης
και των Η/Υ μπορούν να άρουν σε μεγάλο βαθμό την απομόνωση των νησιών και να
δημιουργήσουν νέα δυναμική ανάπτυξης για παραγωγικές μονάδες μικρής κλίμακας
και αναβαθμισμένες υπηρεσίες για το κοινωνικό σύνολο.
Η νέα παρέμβαση για το νησιωτικό χώρο:
Θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την συχνή και
αδιάλειπτη μεταφορική διασύνδεση των νησιών συνδέοντας την αναδιοργάνωση των
ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών με τις κατάλληλες λιμενικές υποδομές. (Οι έκτακτες
εναέριες μεταφορές για επείγοντα περιστατικά αναμένεται να διασφαλιστούν στα
πλαίσια του τρέχοντος ΚΠΣ).
Θα συμπεριλάβει τα αναγκαία μέτρα καθορισμού χρήσεων
γης και προστασίας φυσικών πόρων. Υδρευση, αποχέτευση και απορρίμματα,
ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ο έλεγχος τήρησης των πολεοδομικών κανόνων
αποτελούν σημεία αιχμής.
Θα προωθήσει νέες μορφές οικονομικής
δραστηριότητας κύρια στο τριτογενή τομέα. Για τα μεγαλύτερα νησιά η αξιοποίηση
των φυσικών τους πλεονεκτημάτων (κλίμα, περιβάλλον, πολιτισμός) μπορεί να
προσελκύσει προηγμένες δραστηριότητες στο τομέα «Ερευνα και Ανάπτυξη» ενώ για
τα μικρότερα νησιά η διαφοροποίηση από τον μαζικό παραθεριστικό τουρισμό μπορεί
να λάβει ποικίλες μορφές εναλλακτικού τουρισμού και συμπληρωματικών
δραστηριοτήτων.
Στους τομείς υγεία, παιδεία και διοίκηση οι
συμπληρωματικές προς τα δίκτυα τηλεπληροφορικής δράσεις θα αποτελέσουν
αντικείμενο του προτεινομένου προγράμματος. Πχ. Τα «παράθυρα συνολικής
εξυπηρέτησης» μπορούν να μεταβάλουν ολοκληρωτικά τις σχέσεις κράτους – πολίτη
στο νησιωτικό χώρο.
Η επιλογή της ποιότητας έναντι της ποσότητας είναι
ο μόνος δρόμος ο οποίος θα επιτρέψει στα νησιά να ξεπεράσουν τη σημερινή τους κατάσταση,
να αξιοποιήσουν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα ενώ εναρμονίζεται απόλυτα με
τη λογική της αειφορίας.
Αστικά Κέντρα
Στη νέα παγκοσμιοποιημένη οικονομία αιχμή του
δόρατος της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών είναι τα μητροπολιτικά αστικά
κέντρα. Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, όπου το ήμισυ του πληθυσμού κατοικεί σε
μερικές εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και το
σύνολο σχεδόν των κέντρων λήψης απόφασης του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα
επίσης συγκεντρώνονται στις δύο αυτές πόλεις, η πιο πάνω διαπίστωση είναι
ιδιαίτερα κρίσιμη. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη αποτελούν τα μόνα αστικά κέντρα
της χώρας με δυνατότητα ανάληψης ενός διεθνώς διακριτού ρόλου, με πιθανότητες
κατάληψης μιας θέσης στον επερχόμενο πανευρωπαϊκό καταμερισμό αστικών
λειτουργιών.
Ταυτόχρονα αποτελούν και χώρους σώρευσης
εντονότατων προβλημάτων ανεργίας, κοινωνικού αποκλεισμού, εγκληματικότητας,
περιβαλλοντικής υποβάθμισης, συγκρούσεων χρήσεων γης, κυκλοφοριακών αδιεξόδων,
ποιότητας ζωής γενικότερα. Ο παραδοσιακός σχεδιασμός των πολιτικών σε τομεακή
βάση δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην πολυπλοκότητα των αστικών προβλημάτων και
των νέων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν τα αστικά κέντρα. Το γεγονός αυτό
επιτείνεται με το πρόβλημα του κατακερματισμού των επιπέδων διοίκησης και των
πολλαπλών συναρμοδίων φορέων που είναι ιδιαίτερα έντονο στα μητροπολιτικά
κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Μία θεματική παρέμβαση για τις δύο αυτές πόλεις θα
μπορούσε να εστιάσει στα μέτρα ανάδειξης του διεθνούς τους ρόλου, με την
προώθηση ήπιων κυρίως δράσεων άϋλης υποδομής αλλά και ορισμένων ειδικών
υποδομών με τον ίδιο προσανατολισμό. Η παρέμβαση θα πρέπει να σχεδιαστεί σε
συνδυασμό με τα αντίστοιχα περιφερειακά προγράμματα Αττικής και Κεντρικής
Μακεδονίας.
Η Αθήνα ως πανευρωπαϊκός πόλος κλασσικού
πολιτισμού, ως κέντρο διευθυντικών υπηρεσιών για τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, ως
κέντρο διαμετακόμισης και ναυτιλίας μπορεί να προσελκύσει διεθνείς
δραστηριότητες με ευρύτερα θετικές επιπτώσεις για την ελληνική οικονομία. Οι Ολυμπιακοί
Αγώνες του 2004 είναι φυσικό να αξιοποιηθούν προς αυτή τη κατεύθυνση. Για τις
αναδυόμενες Βαλκανικές και Παρευξείνιες οικονομίες η Θεσσαλονίκη μπορεί με
σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα να αποτελέσει πόλο χρηματοπιστωτικών
υπηρεσιών, μείζον κέντρο κατανάλωσης, πολιτισμού και αναψυχής, διεθνή κόμβο για
θαλάσσιες, οδικές, σιδηροδρομικές και αεροπορικές μεταφορές.
Η συνεργασία στο σχεδιασμό, τη διαχείριση και τη
χρηματοδότηση του προγράμματος με τον ιδιωτικό τομέα κρίνεται εκ των ουκ άνευ
για την επίτευξη των στόχων. Όλες οι δράσεις πρέπει να είναι εξωστρεφείς, να
αξιοποιούν την πρόοδο που επιτυγχάνεται μέσω των τομεακών και περιφερειακών
προγραμμάτων στην αντιμετώπιση των βασικών προβλημάτων των δύο πόλεων και να
λαμβάνουν υπόψη τις κινήσεις του άμεσου ανταγωνισμού.